Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΝ

Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης 3 λεπτά · ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΘΕΙΣΑ ΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΑΣ ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ, ΗΤΟΙ ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΑΕΤΙΑΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ, ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΚΑΙ ΤΥΡΒΑΖΗ ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΑ, ΕΝΟΣ ΔΕ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ» ΕΠΑΝΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΩΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΥ «ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ» Ἡ ἐπανέκδοσις τῶν παλαιῶν τευχιδίων μερίμνη τῆς Ἱεραποστολικῆς ‘Αδελφότητος «Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ» τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου, ‘Αχαρναί) Τηλ. 210.2466057 Τεῦχος 349 – Ἰούνιος 1998 Ἐπανέκδοσις: Ἀπρίλιος 2007 ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΚΑΙ ΤΥΡΒΑΖΗι ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΑ "Μάρθα, Μάρθα μεριμνᾶς καί τυρβάζῃ περί πολλά· ἑνός δέ ἐστι χρεία· Μαρία δέ τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο". - Χριστόδουλε, Χριστόδουλε, μεριμνᾶς καί τυρβάζῃ περί πολλά· ἑνός δέ δέ ἐστι χρεία. Ποῖον δέ τοῦτο; Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - ῾Η τήρησις, δηλαδή, τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, τῶν θείων καί ῾Ιερῶν ᾿Αποστολικῶν καί Συνοδικῶν Κανόνων, τῶν ὅρων καί τῶν ἀποφάσεων τῶν ῾Αγίων Οἰκουμενικῶν καί ἄλλων, συμφώνων πρός ταύτας, Συνόδων, τῆς διδασκαλίας τῶν ῾Αγίων Πατέρων καί πάσης ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, εἴτε προφορικῆς, εἴτε ἐγγράφου. Τοῦτο δέ ἀπαρασαλεύτως, ἤτοι ἄνευ, καί τῆς παραμικρᾶς ἔστω, παρεκκλίσεως καί καινοτομίας. ᾿Εν ἄλλοις λόγοις, διά τούς ᾿Ορθοδόξους, ἰσχύει τό ἑξῆς: "Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ᾿Απόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ ᾿Εκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τό ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν....αὕτη ἡ πίστις τῶν ᾿Αποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ᾿Ορθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν... ῞Απαντα τά παρά τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων πατέρων καινοτομηθέντα ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα ΑΝΑΘΕΜΑ. - Τοῦτο σημαίνει, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τά ἀκόλουθα: α) Νά ἀποκηρύξῃς τήν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν κηρυχθεῖσαν διά τῆς διαβοήτου ἐγκυκλίου τοῦ Φαναρίου τοῦ ἔτους 1920, καί τήν εἰς ἐξυπηρέτησιν ταύτης, συμφώνως πρός τήν ἐν λόγῳ ἐγκύκλιον, ἑορτολογικήν καινοτομίαν τοῦ ἔτους 1924. β) Νά ἀναθεματίσῃς πᾶσαν αἵρεσιν, περιλαμβανομένου τοῦ παπισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, συμφώνως πρός τήν ἐντολήν "ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν" (Α' Κανών Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου) ΣΗΜ. ᾿Επ᾿ εὐκαιρία: Οἱ στενοί συνεργάται σας κ.κ. Δανιήλ Πουρτσουκλῆς καί ᾿Ιγνάτιος Γεωργακόπουλος, προοριζόμενοι, κατά τάς ἐφημερίδας, καί δι᾿ ἐπίσκοποι, τί φρονοῦν, εἰδικώτερον, διά τόν Παπισμόν, ὁ πρῶτος, καί διά τόν μονοφυσιτισμόν ὁ δεύτερος; Εἶναι αἱρέσεις ἤ ὄχι: γ) Νά ἀναθεματίσῃς ὅλους τούς αἱρετικούς, πρωτίστως δέ τόν ἀντίχριστον αἱρεσιάρχην Πάπαν τῆς Ρώμης. Τοῦτο, συμφώνως πρός τήν ἐντολήν "ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα" (Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου). ΣΗΜ. ᾿Επί τῇ εὐκαιρίᾳ: - ῾Υμεῖς τί φρονεῖτε; ῾Ο Πάπας εἶναι αἱρετικός, ὡς λέγει ὁ ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας ῞Αγιος Μάρκος ᾿Εφέσου ὁ Εὐγενικός, καί ἀντίχριστος, ὡς λέγει ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους ῞Αγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἤ "ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός", ὡς τόν ἀποκαλεῖ ὁ κύριος Βαρθολομαῖος; Πρέπει νά φεύγωμεν ἀπό τόν Πάπαν "ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως" (ἀπό φίδι), ὡς ἐντέλλεται θεοφρόνως ὁ ῞Αγιος Μάρκος ᾿Εφέσου, καί νά τόν καταρώμεθα, ὡς παραγγέλλει θεαρέστως ὁ ῞Αγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἤ νά τόν ἀσπαζώμεθα ἀναισχύντως, ὡς πράττει ἀθεοφόβως ὁ κύριος Βαρθολομαῖος. Ταῦτα ἀναμένει νά ἀκούσῃ ἀπό ῾Υμᾶς ὁ πιστός Λαός καί ὄχι αὐτά τά ὁποῖα λέγετε ῾Υμεῖς καί μάλιστα ἐντός Ναῶν, φέρων ἀρχιερατικήν περιβολήν, ὁμιλῶν δέ ὄχι ὡς κηρύσσων τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀπό τῆς ὡραίας Πύλης, ἀλλ᾿ ὡς ἀπαγγέλλων λόγους ἰδικούς Σας ἀπό ἐξώστην κοσμικῆς δημαγωγίας, χειροκροτούμενος ἀπό τά πλήθη τῶν ὁπαδῶν. - Κατ᾿ ἀκολουθίαν, μή μεριμνᾶτε καί μή τυρβάζεσθε λοιπόν, πολυπραγμονῶν καί ὡς πρός τά ἑξῆς: - Μή πιστεύσητε εἰς τά σοβαρά καί μή κηρύξητε περαιτέρω ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος, θέλων νά ἐπιβουλευθῇ τήν ζωήν Σας. Πρός τί ἄλλωστε; - Μή ἐπεμβαίνετε ἀτόπως εἰς τήν ὑπό τῶν πολιτειακῶν ἀρχόντων ἄσκησιν τῆς ἐμπεπιστευμένης αὐτοῖς κοσμικῆς ἐξουσίας καί μή ἐπιδιώκητε νά ἀσκῆτε ἐπ᾿ αὐτῶν κυριαρχικῶς ἔλεγχον καί κηδεμονίαν. Τοῦτο εἶναι τό μέν παποκαισαρικόν, τό δέ ἀντιδημοκρατικόν. ῞Οθεν περιορισθῆτε εἰς τά τοῦ οἴκου Σας καί εἰς τά τῆς ἁρμοδιότητός Σας. - Μή θελήσητε νά κατευθύνητε καί νά κινήσητε πρόσωπα καί ὁμάδας πρός ἄσκησιν πιέσεως ἐπί τῶν συντεταγμένων θεσμῶν τῆς δημοκρατικῆς Πολιτείας. Τό τοιοῦτον δύναται νά ἀποβῇ πρόξενον λαϊκιστικοῦ φασιστικοῦ κινήματος καί ἀντιστοίχων δεινῶν διά τόν τόπον. - Μή νομίσητε ὅτι εἰς τήν ἐποχήν μας εἶναι δυνατόν νά εὐδοκιμήσῃ διωγμός κατά τῶν ᾿Ορθοδόξων, εἴτε ὠμός, εἴτε μαγειρευμένος, καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον.- Μή ταυτίζητε προπαγανδιστικῶς τόν ἐαυτόν Σας μέ τήν ᾿Εκκλησίαν, διότι κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον, ὑπάρχει κίνδυνος νά τρέψῃτε πολλούς εἰς φυγήν μακράν Αὐτῆς.- Μή ὑβρίζητε σχισματικούς τούς Γνησίους ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς. Δέν εἶναι σχισματικοί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν. Σχισματικοί εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι φεύγουν ἀπό τήν ᾿Εκκλησίαν. ᾿Εν προκειμένῳ κατά τό ἔτος 1924 δέν ἀπεσχίσθησαν τῆς ᾿Εκκλησίας οἱ ἐμμείναντες εἰς τά Πάτρια τηροῦντες ἀπαρασαλεύτως τά δόγματα καί τάς παραδόσεις, ἀλλ᾿ οἱ πραξικοπηματικῶς, ἀντικανονικῶς καί παρανόμως καινοτομήσαντες καί ἀθετήσαντες καί δόγματα καί παραδόσεις . ῞Οσον καί ἄν αὐτό Σᾶς εἶναι δύσκολον, μή ἐμμείνητε περαιτέρω εἰς τάς ἐσφαλμένας καί πεπλανημένας θέσεις Σας, αἱ ὁποῖαι διαλαμβάνονται εἰς τήν διδακτορικήν διατριβήν Σας, σχετικήν μέ τό "παλαιοημερολογιτικόν". ῾Η διατριβή Σας αὕτη ἔχει πρό πολλοῦ ἐλεγχθῇ ἐπισταμένως, ἀντικρουσθῇ συντριπτικῶς καί ἀνατραπῇ παταγωδὼς καί διά συγγραμμάτων ὀλοκλήρων κορυφαίων πατερικῶν θεολόγων Καθηγητῶν (βλ. ἐνδεικτικῶς: ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη, ῎Ελεγχος καί ᾿Ανατροπή τῆς Διδακτορικῆς Διατριβῆς τοῦ "Δημητριάδος" Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη διά τό παλαιοημερολογιτικόν, ᾿Αθῆναι 1985 καί ᾿Αριστ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, ᾿Αθῆναι 1985, σελ. 714-717). ᾿Εάν ἐνστερνισθῆτε τά ἀνωτέρω καί ποιήσητε ἅπερ δεῖ, τότε θά εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξῃ διάλογος "ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ", ὥστε νά λυθοῦν τά περαιτέρω προβλήματα ἐπ᾿ ἀγαθῷ τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἤτοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἀντιθέτως πρός τά ὑπό τοῦ κυρίου ᾿Ιωάννου Ζηζιούλα αἱρετικῶς καί βλασφήμως λεγόμενα, ἀποτελεῖ μόνη τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ συνόλῳ της. Διαβιβάσατε, παρακαλοῦμεν, τήν παροῦσαν εἰς ὅλους τούς σύν ῾Υμῖν. Εἰς τόν ἐν Φαναρίῳ φίλον Σας τά δέοντα. ᾿Εν ἑνί δέ λόγῳ ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ ! "ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ"

Η ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ

05/04/2009... 1ο Τεύχος HelMedica Άρθρο 12ο . Review - Ιστορικό Τίτλος : Ένα βυζαντινό νοσοκομείο του 12ου αιώνα : Η μονή του Χριστού Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη. Συγγραφέας : Τσιόπας Ζήσης Τμήμα : Πτυχιούχος ιστορίας – αρχαιολογίας. Κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος βυζαντινής ιστορίας. Κατεβάστε το άρθρο. Download pdf Η ύπαρξη νοσοκομείων στη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει μακρά παράδοση. Ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ο Μέγας Βασίλειος δημιουργεί το πρώτο νοσοκομείο – «ξενών» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν τα νοσοκομεία εκείνη την εποχή – στην πατρίδα του την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων νέα νοσοκομειακά ιδρύματα θα κάνουν την εμφάνιση τους τόσο στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη όσο και στις επαρχίες. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή τους προέρχονταν είτε από τους αυτοκράτορα, είτε από την εκκλησία ή ακόμα και από ιδιώτες1. Τα νοσοκομεία συνήθως ήταν συνδεδεμένα με εκκλησιαστικά ιδρύματα και λειτουργούσαν κυρίως μέσα στα πλαίσια των μοναστηριών. Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας ήταν αυτό του Χριστού Παντοκράτορα το οποίο λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του ομώνυμου μοναστηριακού συγκροτήματος. Η μονή του Παντοκράτορος, η οποία περιλάμβανε τρεις εκκλησίες (Παντοκράτορα, Ελεούσας, Αρχαγγέλου Μιχαήλ) χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης, μεταξύ των ετών 1118-1136.2 Εκτός από το νοσοκομείο το μοναστήρι διέθετε ένα γηροκομείο καθώς και ένα λεπροκομείο, το οποίο όμως βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία.3 Η λειτουργία και η δομή του νοσοκομείου καθορίζεται ιδιαίτερα επιμελώς μέσα στο τυπικό του μοναστηριού, το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Η οργάνωση του θυμίζει σε πολλά σημεία σύγχρονα νοσοκομεία, γεγονός που αποδεικνύει την ιδιαίτερη φροντίδα που απέδιδαν στην υγεία και στην περίθαλψη οι βυζαντινοί μας πρόγονοι. 1 Byzantine medicinee – (www.wikipedia.org/wiki/Byzantine_Medicinee.com). Byzantine Hospitals – (www.sciencemuseum.org.uk/broughttolife/people/byzantinehospitals.com) 2 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – Μεσοβυζαντινός και Υστεροβυζαντινός Ελληνισμός τ. Θ΄ 395. 3 Byzantine Monastic Foundation Documents. A complete Translation of the Surviving Founders’ Typika and Testaments. n. 28: Pantocrator 725-781 (στο εξής Byzantine Monastic Foundation Documents) ed. by John Thomas and Angela Constantinides Hero with the assistance of Giles Constable. Publ. by Dumbarton Oaks Research Library and Collection Washington, D.C. in five volumes as number 35 in the series Dumbarton Oaks Studies}. Plinio Prioreschi, A History of Medicine 115, Horatius Press 1996. Το νοσοκομείο διέθετε πέντε θαλάμους με χωρητικότητα πενήντα κλίνες• δέκα απ’ αυτές προορίζονταν για ασθενείς με πληγές και κατάγματα, οκτώ για όσους υπέφεραν από παθήσεις του ματιού, του στομαχιού ή από άλλες διάφορες επώδυνες ασθένειες. Για τις γυναίκες ασθενείς προβλέπονταν χωριστός αριθμός δώδεκα κλινών ενώ τα υπόλοιπα κρεβάτια θα ήταν για τους ελαφρά αρρώστους. Επιπλέον μέσα σε κάθε θάλαμο θα υπήρχε ακόμα ένα εφεδρικό κρεβάτι ενώ έξι ακόμα κρεβάτια θα βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα για να τοποθετηθούν ασθενείς, οι οποίοι ήταν αδύνατο να μετακινηθούν οπότε θα τα μετέφεραν δίπλα τους. Κάθε κλίνη διέθετε ψάθα, στρώμα και τρεις κουβέρτες τα λεγόμενα «ιοσνίκια» σκεπάσματα φτιαγμένα από μαλλί κατσικιού.4 Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν υποχρεωμένο να προμηθεύει τους φτωχότερους ασθενείς ή τους πολύ βαρεία αρρώστους με νέα ρούχα για όσο διάστημα κρατούσε η νοσηλεία τους. Τα προσωπικά ρούχα του κάθε ασθενούς καθαρίζονταν και του επιστρέφονταν μετά το τέλος της παραμονής του στο νοσοκομείο. Μόνο οι φτωχοί μπορούσαν να κρατήσουν τα ρούχα του νοσοκομείου και μετά το τέλος της νοσηλείας τους. Επίσης όλα τα είδη ιματισμού αλλά και τα στρώματα, τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια ανανεώνονταν κάθε χρόνο με νέα. Όσα απ’ αυτά τα παλαιά είδη μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν φυλάσσονταν ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους φτωχούς.5 Το ιατρικό προσωπικό : Οι γιατροί αλλά και οι βοηθοί τους ήταν κατανεμημένοι στους πέντε θαλάμους του νοσοκομείου. Σε κάθε αντρικό θάλαμο υπηρετούσαν δύο γιατροί, τρεις εξειδικευμένοι βοηθοί, δύο επικουρικοί (εφεδρικοί) βοηθοί και δύο νοσοκόμοι. Για το γυναικείο θάλαμο είχαν οριστεί τρεις γιατροί (δύο άντρες και μία γυναίκα), τέσσερις εξειδικευμένες γυναίκες βοηθοί, δύο επικουρικές και δύο νοσοκόμες. Επίσης υπήρχαν τέσσερις επιπλέον γιατροί (δύο παθολόγοι και δύο χειρουργοί), για τον τομέα των «εξωτερικών ιατρείων». Στο έργο τους συνεπικουρούνταν από τέσσερις εξειδικευμένους βοηθούς και ισάριθμους εφεδρικούς.6 4 Byzantine Monastic Foundation Documents 757. Το σύνολο των κλινών ανέρχονταν σε 61. P. Gautier, “Le typikon du Christ Sauveur Pantocrator”, Revue des Études Byzantines (REB) 32 (1974) 84.2 (1-145). 5 Byzantine Monastic Foundation Documents 757. 6 Byzantine Monastic Foundation Documents 757-758. Οι χειρουργοί των εξωτερικών ιατρείων θα υπηρετούσαν παράλληλα και στο γυναικείο θάλαμο, όποτε παρίστατο ανάγκη. Οι γιατροί των θαλάμων ονομάζονταν «πρωτομενίται». Ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες, οι οποίες εναλλασσόταν κάθε μήνα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύονταν ρητά στους γιατρούς να αναλάβουν οποιαδήποτε υπηρεσία εκτός νοσοκομείου ακόμα και αν αυτή σχετίζονταν με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Γενικά απαγορευόταν στους γιατρούς να ασκούν τα καθήκοντα τους σε πρόσθετες αποστολές εκτός του νοσοκομείου.7 Οι δύο γιατροί που υπηρετούσαν στους θαλάμους είχαν στη διάθεσή τους και δύο «πριμικήριους». Για ένα μήνα ένας από τους δύο «πριμικηριόυς» έπρεπε κάθε μέρα να επιτηρεί την κατάσταση των ασθενών, να ελέγχει αν η πορεία της θεραπείας τους βαίνει καλώς και να διορθώνει τυχόν λάθη και παραλείψεις που θα μπορούσαν να προκύψουν. Όφειλε επίσης να ελέγχει το ψωμί αλλά και οτιδήποτε άλλο δινόταν καθημερινά στους ασθενείς. Επιπλέον κάθε φορά που ερχόταν ένας βαρεία άρρωστος, ο γιατρός, ο οποίος τον αναλάμβανε αρχικά, έπρεπε να δώσει πλήρη αναφορά στον «πριμικήριο» για την κατάσταση του και κατόπιν με εντολή του τελευταίου ένας νέος γιατρός αναλάμβανε τη φροντίδα του ασθενούς.8 Εκτός από τους «πριμικηρίους» στους θαλάμους κοντά στους γιατρούς υπηρετούσαν ένας δάσκαλος της ιατρικής τέχνης. Ο δάσκαλος όφειλε να εκπαιδεύσει τους νεαρούς γιατρούς στις γνώσεις της ιατρικής επιστήμης λαμβάνοντας χορηγία σε χρήματα, φαγητό κτλ, για την εργασία του.9 Το διοικητικό και εργατικό προσωπικό : Επικεφαλής του νοσοκομείου ήταν ο «νοσοκόμος» (κάτι ανάλογο με ένα διευθυντή ή πρόεδρο ενός σημερινού νοσοκομείου), ο οποίος μαζί με τον επιστάτη φρόντιζαν να προμηθεύονται σε επαρκείς ποσότητες όλα τα απαραίτητα είδη που χρειάζονταν το νοσοκομείο και να διανέμουν σε αφθονία όλα τα αναγκαία στους ασθενείς.10 7 Byzantine Monastic Foundation Documents 758, 765. 8 Byzantine Monastic Foundation Documents 758. 9 Byzantine Monastic Foundation Documents 765. Ο μισθός του ήταν ίδιος με αυτόν του «νοσοκόμου» (διευθυντή του νοσοκομείου). Σε περίπτωση που ο δάσκαλος της ιατρικής τέχνης αμελούσε τα καθήκοντά του ο μισθός του θα κόβονταν και θα αντικαθιστούνταν από άλλο δάσκαλο. Επίσης οι μαθητευόμενοι «φοιτητές» της ιατρικής συνόδευαν τους γιατρούς κατά την επιθεώρηση των ασθενών, βλ. Plinio Prioreschi, A History of Medicine 115. 10 Byzantine Monastic Foundation Documents 734, 758. Το νοσοκομείο διέθετε τέσσερις φαρμακοποιούς (ένας «αρχιφαρμακοποιός» και τρεις ειδικοί επί των φαρμάκων) καθώς και δύο βοηθούς τους, ένα θυρωρό, πέντε γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν στα πλυντήρια, έναν άνδρα επισταμένο για τη συνεχή ύπαρξη ζεστού νερού, δύο μαγείρους, δύο φουρνάρηδες, ένα μυλωνά, ένα σταβλίτη, ό οποίος θα είχε την ευθύνη για τα άλογα των γιατρών και παράλληλα θα εργαζόταν και στο μύλο, ένα φρουρό για την πύλη, ένα προμηθευτή των αναγκαίων ειδών, τρεις ιερείς (ένας θα ήταν υπεύθυνος για τις εξομολογήσεις των ετοιμοθάνατων και ένας άλλος για τις κηδείες), δύο αναγνώστες εκκλησιαστικών κειμένων, τέσσερις νεκροθάφτες και έναν καθαριστή των αποχετεύσεων.11 Το τυπικό του μοναστηριού καθόριζε τις μερίδες φαγητού για κάθε ασθενή, τη χρηματική βοήθεια που καθένας τους θα έπαιρνε από το νοσοκομείο αλλά και την τροφοδοσία του προσωπικού (βοηθούς, νοσοκόμους, υπηρέτες).12 Επίσης από το τυπικό λαμβάνονταν φροντίδα τόσο για την ατομική καθαριότητα των ασθενών, η οποία αποτελούσε ευθύνη του προσωπικού13 όσο και για την ύπαρξη ειδών καθαριότητας (πετσέτες, λεκάνες) και μαγειρικών σκευών.14 Επιπλέον – σύμφωνα πάντα με το τυπικό – ο νοσοκόμος και ο επιστάτης θα εφοδιάζονταν με χρήματα, τρόφιμα και όλα τα απαραίτητα παντοειδή υλικά για να ανταποκριθούν στις άμεσες ανάγκες του νοσοκομείου.15 Όλα τα μέλη του προσωπικού πληρώνονταν κανονικά (τα ποσά για κάθε εργασιακό πόστο ορίζονταν μέσα στο τυπικό) για την εργασία τους μέσα στο νοσοκομείο.16 Η οργάνωση, η δομή και η λειτουργία του νοσοκομείου της μονής Παντοκράτορα μας αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας πρότυπης μονάδας περίθαλψης μέσα στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν το συγκεκριμένο νοσοκομείο ήταν στα πρότυπα των υπόλοιπων βυζαντινών νοσοκομείων.17 Από τις διατάξεις ωστόσο του τυπικού, οι οποίες καθορίζουν και την παραμικρή λεπτομέρεια για τη φροντίδα των ασθενών και τη δράση του προσωπικού (γιατρών, νοσοκόμων, βοηθών, υπηρετών κτλ) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Κωνσταντινούπολη διέθετε ίσως το κορυφαίο νοσοκομείο στην μεσαιωνική Ευρώπη του 12ου αιώνα. 11 Byzantine Monastic Foundation Documents 759. 12 Byzantine Monastic Foundation Documents 759-760. Το νοσοκομείο όφειλε να δίνει σε κάθε ασθενή ένα νόμισμα για την αγορά κρασιού, αναψυκτικών και σαπουνιού βλ. και Byzantine Hospitals – (www.sciencemuseum.org.uk/broughttolife/people/byzantinehospitals.com). 13 Byzantine Monastic Foundation Documents 760. 14 Byzantine Monastic Foundation Documents 760. 15 Byzantine Monastic Foundation Documents 760-762. 16 Byzantine Monastic Foundation Documents 762-765. Το νοσοκομείο χρηματοδοτούνταν απευθείας από το αυτοκρατορικό ταμείο βλ. Plinio Prioreschi, A History of Medicine 114. 17 Plinio Prioreschi, A History of Medicine 115. Βιβλιογραφία. 1. Byzantine medicine – (www.wikipedia.org/wiki/Byzantine_Medicine.com). 2. Byzantine Hospitals (www.sciencemuseum.org.uk/broughttolife/people/byzantinehospitals.com). 3. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. Θ΄ (Μεταβυζαντινός και Υστεροβυζαντινος Ελληνισμός, Αθήνα 1980). 4. Byzantine Monastic Foundation Documents. A complete Translation of the Surviving Founders’ Typika and Testaments. n. 28: Pantocrator 725-781. {ed. by John Thomas and Angela Constantinides Hero with the assistance of Giles Constable. Publ. by Dumbarton Oaks Research Library and Collection Washington, D.C. 2000}. 5. Plinio Prioreschi, A History of Medicine 115, Horatius Press 1996. 6. P. Gautier, “Le typikon du Christ Sauveur Pantocrator”, REB 32 (1974) 84.2 (1-145).

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ο ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ Sunday, 20 August 2017 Ο ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π. 1Α Ἐν Κορωπίῳ τῆ 9.5.97 ΟΜΙΛΙΑ - ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΣΤ' ΙΕΡΑΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΙΣ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΘΕΜΑ: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟΣ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ. Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι, Τιμιώτατοι Πατέρες, ᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί. ῞Οσον ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ σύγχρονη αὐτή παναίρεσις ἰσοπεδώνει τήν ᾿Ορθοδοξία καί τήν αἵρεσι, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τήν ἀλήθεια καί τό ψεῦδος, καί σ᾿αὐτή τήν ἰσοπέδωσι προσπαθεῖ νά παρασύρῃ τούς ὀρθοδόξους καί χάνονται ψυχές, τόσον ἐμεῖς οἱ ᾿Ορθόδοξοι, προπάντων οἱ Κληρικοί καί ποιμένες τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά ὁμιλοῦμε διά τήν ἀλήθεια καί νά στηλιτεύουμε τό ψεῦδος, ἀλλά καί νά εἴμεθα "ἕτοιμοι ἀεί πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτοῦντι ἡμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος" (Α' Πέτρ. γ, 15), δηλ. περί τῆς ἀληθείας, ἀλλά καί νά ἔχουμε ἀγωνιστικότητα ἕως θανάτου ὑπέρ τῆς ἀληθείας κατά τό "ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περί τῆς ἀληθείας" (Σοφ.Σειρ.δ,28). ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - ΨΕΥΔΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Πρίν εἰσέλθουμε ὅμως στό θέμα μας θά ποῦμε μερικές σκέψεις περί τῆς σχέσεων τῶν δύο ἐννοιῶν ἀληθείας καί ᾿Ορθοδοξίας, διά νά ἀναφερθοῦμε στήν συνέχεια διά τήν σχέσι ψεύδους καί αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.῞῾Ο ἅγιος ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος λέγει, ὅτι "ἀλήθεια εἶναι ἡ κατά Θεόν αἴσθησις". ῾Ο ἄνθρωπος στήν ἀναζήτησι τῆς ἀληθείας πρέπει νά ἐπιδιώκῃ τήν αἴσθησιν τοῦ Θεοῦ διότι εἰςτήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας. ῾Η ἀλήθεια συνδέεται μέ τά δόγματα τῆς ἀληθείας. Οἱ πραγματικοί χριστιανοί πρέπει νά εἶναι ἐρασταί τῶν δογμάτων τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τῶν ἀληθειῶν τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Αλήθεια κατά τόν Μάρκον τόν ᾿Ερημίτην εἶναι ἡ "κατ ᾿ἐλπίδα νοερά πίστις", ἡ "ἐλπιζομένων ὑπόστασις" κατά τάς Γραφάς. ῾Ο Χριστός ἀπεκάλυψε τήν ἀλήθεια, τήν ὁποίαν παρέλαβεν ἡ ᾿Εκκλησία καί ἑρμήνευσε ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ῾Η πλάνη καί ἡ αἵρεσις, δηλ. τό ψεῦδος εἶναι ἀπόκλισις ἀπό τήν ἀλήθεια. Εἶναι ἐφευρήματα τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἀνταρσία πρός τόν Θεόν. Οἱ αἱρετικοί ἐκλέγουν ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας, τό ἀπολυτοποιοῦν καί μέ αὐτό τόν τρόπο δέν παρεκκλίνουν μόνον ἀπό τήν μοναδική ὁδό τῆς ἀληθείας, ἀλλά καί γίνονται ἀντίπαλοι καί ἐχθροί αύτῆς. Διδάσκουν τό ψεῦδος. ῾Η ἄγνοια τῆς ἀληθείας καί ἡ ἀπόκλισις ἀπό αὐτήν αὐξάνει ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει πίστις εἰς τόν Χριστόν. ῾Η ἄγνοια τῆς ἀληθείας εἶναι ἔργον τοῦ διαβόλου. ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ ῾Η αἵρεσις ἀναφαίνεται στήν Εκκλησία ὡς καινοτομία καί ἐν συνεχείᾳ ἀναπτύσσεται ὡς ἀδιάλλακτον μῖσος κατά τῆς ἀληθείας. Αἱ αἱρέσεις μάχονται κατά τῆς ᾿Εκκλησίας ποικιλοτρόπως, ἐμφανῶς ἤ ἀφανῶς, ἔσωθεν ἤ ἔξωθεν, ἄλλοτε κρυπτόμεναι καί ἄλλοτε γυμνῆ τῇ κεφαλῇ . ῎Αλλοτε λαμβάνουν μορφήν καλῆς δῆθεν ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας καί ἐπαινετῆς κατά κόσμον ἐκσυγχρονισμένης προσπαθείας. ᾿Επειδή οἱ αἱρετικοί στηρίζονται κυρίως ἐπί τοῦ ψεύδους, φθάνουν σέ σημεῖο νά προκαλοῦν τόν γέλωτα. ῾Ο ἅγιος Εἰρηναῖος λέγει πώς ἡ προσπάθειά τῶν αἱρετικῶν μοιάζει μέ τήν ἐπιδίωξιν τοῦ ἀπατεῶνος ἐκείνου, πού ἀφοῦ μέ τίς ψηφίδες καταστραφείσης βασιλικῆς εἰκόνος σχηματίζει μίαν κακότεχνη μορφή σκύλου ἤ ἀλεποῦς προσπαθεῖ στήν συνέχεια νά πείσῃ πώς αὐτή ἡ μορφή τῶν ζώων εἶναι ἡ μορφή τοῦ βασιλέως. Δηλαδή οἰ αἱρετικοί " συρράπτοντες μύθους γραῶν, καί ἔπειτα ρήματα καί λέξεις καί παραβολάς ὅθεν καί πόθεν ἀποσπῶντες, ἐφαρμόζειν βούλονται τοῖς μύθοις αὐτῶν τά λόγια τοῦ Θεοῦ", δηλαδή μετέρχονται τόν δόλον καί τήν ἀπάτην χρησιμοποιοῦντες τά λόγια τοῦ Θεοῦ διά νά στηρίξουν τούς ἰδικούς των γραώδεις μύθους. Οἱ Οἰκουμενισταί προκειμένου νά προχωρήσουν τό πρόγραμμά των πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ὑποταγή τῆς ἀληθείας εἰς τό ψεῦδος, τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἰς τήν αἵρεσιν, τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου εἰς τήν κυριαρχίαν τοῦ ἀντιχρίστου τῆς Νέας ᾿Εποχῆς χρησιμοποιοῦν καί ἐφαρμόζουν πάντοτε τήν τακτικήν τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀπάτης. ᾿Από τήν ἐμφάνισιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέχρι σήμερον τό ψεῦδος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἦτο ἕνα, καί μοναδικόν. Εἶναι τό ἴδιον ἐκεῖνο ψεῦδος πού ἐχρησιμοποίησεν ὁ ὄφις διάβολος προκειμένου νά πλανήσῃ τούς πρωτοπλάστους, πράγμα τό ὁποῖον κατάφερε ᾿Εκεῖ, εἰς τήν ᾿Εδέμ εἶπεν τό ψεῦδος, ὅτι ὅταν θά φάγετε ἀπό τόν ἀπηγορευμένο καρπό, θά γίνετε θεοί. ᾿Εδῶ, οἱ οἰκουμενισταί ϋποστηρίζουν τό ψεῦδος, ὅτι ὅτι ἐάν οἱ ὀρθόδοξοι φᾶνε ἀπό τόν ἀπηγορευμένο καρπό τῆς αἱρέσεως θά φωτισθοῦν καί θά εὕρουν πλήρη τήν ἀλήθεια, τήν ὁποίαν ἐν μέρει γνωρίζουν μέσα στήν ᾿Ορθοδοξία. Εἶναι ἡ περίφημος αἱρετική θεωρία τῶν κλάδων, κατά τήν ὁποίαν ἡ ᾿Ορθοδοξία δέν κατέχει μόνη ὅλην τήν ἀλήθειαν, ἀλλά καί αἱ αἱρέσεις κατέχουν μέρος τῆς ἀληθείας. ῾Επομένως κατ᾿αὐτούς δέν σώζει μόνον ἡ ᾿Ορθοδοξία, άλλά καί πᾶσαι αἱ αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἀπό τό 1920 "᾿Εκκλησίαι Χριστοῦ".. .Τό ψεῦδος αὐτό χρησιμοποιοῦν πολλαπλῶς οἱ οἰκουμενιισταί καί σέ πολλά θέματα ἐπί τῶν ὁποίων δέν θά ἀναφερθῶμεν εἰς τήν παροῦσαν εἰσήγησιν. ἀλλά προπάντων εἰς τό θέμα τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τόν ὁποῖον προβάλλουν ἐσχάτως ὡς ἀπαραίτητον καί ὡς ἄνευ δογματικῶν προβλημάτων κλπ. οἱ Οἰκουμενιστές τοῦ Φαναρίου. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ Σέ αὐτό τό θέμα, ὅπως καί σέ ὅλα τά προγράμματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βλέπομεν ἀκριβῶς τό "πνεῦμα τοῦ κόσμου" πάνω στό ὁποῖο βασίζεται καί προχωρεῖ ὁ Οἰκουμενισμός. ῾Ο Οἰκουμενισμός ἀντιλαμβάνεται τόν Χριστιανισμόν κοσμικῶς. Δέν μπορεῖ νά κατανοήσῃ τόν πνευματικόν του χαρακτῆρα. Γι αὐτό καί δυσφημεῖ τό καλόν, διαβάλλει τήν ἀποκεκαλυμμένην θείαν ἀλήθειαν, συκοφαντεῖ τήν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν. καί τήν παρουσιάζει ὡς μίαν τῶν αἱρέσεων, ὡς κλάδον τῆς μιᾶς δῆθεν ἑνωμένης ᾿Εκκλησίας, ἀτιμάζει τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς ἐξισώνων αὐτούς πρός τούς αἱρετικούς, τούς δέ ᾿Ορθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐμμένουν εἰς τήν ᾿Ορθόδοξον πίστιν τούς χαρακτηρίζει ὡς ὑπερβολικούς, ὡς ἀπολύτους, ὡς ἀνθρώπους τῶν ἄκρων, ὡς μισαλλοδόξους, ὡς φανατικούς, ὡς ἐξάλλους, ὡς καθυστερημένους, ὡς στενοκεφάλους κλπ. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ῾Ο Οἰκουμενισμός διδάσκει τά ἀντίθετα πρός τήν ᾿Ορθοδοξίαν σέ ὅλα τά θέματα. Προσπαθεῖ νά θέσῃ τήν ᾿Εκκλησία εἰς τήν ὑπακοήν καί τήν ὑπηρεσίαν τοῦ κόσμου τούτου. Δέν βασίζεται ἐπί τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ ᾿Αλήθεια, ἀλλά ἐπί τοῦ άνθρώπου καί μάλιστα τοῦ μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένου. Τήν μεγαλυτέραν θέσιν εἰς τόν Οἰκουμενισμόν τήν ἔχει ὁ ἄνθρωπος καί ἡ λογική του. ῾Ο Οἰκουμενισμός δέν ἐνδιαφέρεται διά τό τί λέγει καί τί ἐντέλλεται ὁ Θεός, ἀλλά διά τήν ἀνθρώπινη ἔγκρισι καί συμφωνία. Εἶναι ἀνθρωποκεντρική ἡ βάσις του. Καί ἐκκοσμικευμένος ὁ χαρακτήρας του. Εἶναι ὁ ἀντίποδας τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Εἰς τόν παπικόν οἰκουμενισμόν δεσπόζει ὁ ἄνθρωπος Πάπας. Εἰς τόν Προτεσταντικόν Οἰκουμενισμόν δεσπόζουν οἱ πολλοί πάπαι, τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν ᾿Εκκλησιῶν, δηλ. πάλιν ὁ ἄνθρωπος, ῾Ο ἄνθρωπος καί ὄχι ὁ Θεός εἶναι ἡ βάσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Εἶναι δηλ. ἀνθρωπισμός μέ ἔνδυμα θρησκευτικόν. Εἶναι μία κοσμική ὀργάνωσις. Κοσμικά, ἀνθρωποκεντρικά, ἀντιμετωπίζει ὁ Οἰκουμενισμός ὅλα τά θέματα. ῞Οπως τό θέμα τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τό ὁποῖον εἶναι τόσον παλαιόν, ὅσον καί πρόσφατον καί ἐπίκαιρον. Εἶναι φανερός ὁ ἀνθρωποκεντρικός, κοσμικός χαρακτήρ τῶν προσπαθειῶν τοῦ Φαναρίου καί εἰς πολλά ἄλλα θέματα, ἀλλά προπάντων στό θέμα αὐτό. Εἰς τό ἀπό 26 Μαίου 1995 ἔγγραφον τῆς ᾿Αρχιγραμματείας τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως μόλις εἰς τήν πρώτην παράγραφον-ἐρώτησιν φαίνεται καθαρά τό κοσμικόν πνεῦμα σκέψεως.. ᾿Ιδού δύο ἐρωτήσεις πρός τούς ᾿Επισκόπους τοῦ Θρόνου ἀπό τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο: "α) Ποῖαι δυσκολίαι συναντῶνται ἀπό κοινωνικῆς, ἐργασιακῆς, πολιτισμικῆς καί ψυχολογικῆς πλευρᾶς παρά τῷ Κλήρῳ καί τῷ λαῷ τῆς θεοσώστου ἐπαρχίας ὑμῶν ἐκ τοῦ μή ἀπό κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ὑπό πάντων τῶν χριστιανῶν σήμερον"καί "γ) Ποῖαι αἱ ἀπόψεις καί ἐπιθυμίαι τοῦ ᾿Ορθοδόξου ποιμνίου ὡς πρός τόν πιθανόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα ἀπό κοινοῦ μετά τῶν μεθ᾿ὡν συνυπάρχει καί συναλάσσεται ἑτεροδόξων" Δεσπόζει δηλαδή τό συμφέρον τοῦ κόσμου τούτου, κυριαρχεῖ ὁ ἀνθρώπινος ὑπολογισμός καί τό ἀνθρώπινο θέλημα καί ὄχι τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Παρά τό γεγονός ὅτι πρόκειται γιά ἕνα θέμα καθαρά ἐκκλησιαστικόν πνευματικόν πού ἀπαιτεῖ ἰδαιτέραν προσοχήν καί σεβασμόν. Τό κοσμικόν-ἀνθρωποκεντρικόν αὐτό πνεῦμα τό βλέπομεν ὄχι μόνον εἰς τό γεγονός αὐτό καθ᾿ ἑαυτό τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Πασχαλίου διά τόν κοσμικόν συνεορτασμόν μετά τῶν λαῶν τῆς Δύσεως, ἀλλά καί γενικώτερα στίς προσπάθειες καί στόν τρόπον ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος. Καί αὐτήν τήν ἐπισήμανσιν τήν ἔκαμαν καί νεοημερολογῖται συντηρητικοί. ᾿Ιδού τί γράφει ὁ ᾿Αρχιμ. Σπυρίδων Μπιλάλης στό βιβλίο του "ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΣ" Τόμος Β', σελ. 570, ἐξ᾿ ἀφορμῆς παλαιοτέρας ἀνακινήσεως τοῦ θέματος τούτου ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς καί δή τοῦ τότε Οἰκουμενιστοῦ Πατριάρχου ᾿Αθηναγόρα: "Εἶναι ὄντως ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἕν τόσον ἱερόν θέμα συνεζητήθη κατά τό Β' Οἰκουμενικόν Εὐρωπαϊκόν Συμπόσιον, τό ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν ᾿Αθήναις τῇ ΙΙ ᾿Ιουνίου 1969, τῇ πρωτοβουλία τοῦ... Ρουμανογάλλου καθηγητοῦ τῆς Νομικῆς τοῦ Παν/μίου τῆς Ρώμης καί μεγάλου ἐπιχειρηματίου... Ποίους ἆραγε σκοπούς ἐπιδιώκει ὁ Ρουμανογάλλος μεγαλοεπιχειρηματίας τῆς Ρώμης διά τῆς πρωτοβουλίας του εἰς θέμα ἐντελῶς ξένον πρός τήν ἁρμοδιότητά του. Διότι, ὡς γνωστόν, τοιαῦτα ἱερώτατα θέματα δέν ἀναπτύσσονται εἰς μίαν "πρές κόφερανς" ἐντός τῶν κοσμικῶν αἰθουσῶν τοῦ Χίλτον...." Ποιός εἶναι αὐτός ὁ Ρουμανογάλλος ἐπιχειρηματίας; Εἶναι ὁ περιβόητος Δραγάν, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἡ ἀδίστακτος δήλωσις εἶναι πολύ χαρακτηριστική, καί ἀσφαλῶς ἐκφράζει ἀπόλυτα τό κοσμικόν πνεῦμα ὅλων τῶν οἰκουμενιστῶν. ᾿Ιδού τί ἀκριβῶς μέ πολλήν ἀδιστακτοσύνην ἐξεστόμισεν: "Δέν πρόκειται περί δόγματος, ἀλλά περί ἁπλοῦ τυπικοῦ Κανόνος, εἰσαχθέντος ἀπό ἀνθρώπους, ὅπως ἡμεῖς, ὑποκειμένου εἰς μετατροπήν, ὅπως πολλά θά μετατραποῦν κατά τήν προσεχῆ μεγάλην ᾿Ορθόδοξον Σύνοδον, ἡ ὁποία ἔχει νά συνέλθῃ ἀπό χιλίων ἐτῶν" ῞Οπως γράφει κάποιος σύγχρονος ἀντιοικουμενιστής συγγραφεύς οἱ οἰκουμενισταί σέ αὐτό τό θέμα μοιάζουν μέ τά παιδιά τοῦ Βενιαμίν τά ὁποῖα "πρός μέν τόν νόμον οὐκ ἔβλεπον, κατά δέ τριχός ἐτοξάζοντο" (Κριτ. κ,16). Δηλ. τόν νόμον δέν μποροῦσαν νά τόν διακρίνουν, ἦσαν ὅμως ἀκριβεῖς σφενδονῆται πρός τρίχαν. Πρόσεχαν ὅμως, ὥστε νά εἶναι ἀκριβεῖς στό νά πετύχουν μέ τήν σφενδόνη των τήν τρίχα. ῾Η ῾Αγία Γραφή μέ αὐτό πού ἀναφέραμε θέλει νά τονίση ὅτι τά παιδιά τοῦ Βενιαμίν ἀσχολοῦνταν μέ μάταια πράγματα καί "τῶν μέν ἀνωφελῶν καί ἀνυποστάτων" ῆσαν ἀκριβεῖς καί εὐφυεῖς στοχασταί διά ἐκεῖνα ὅμως πού πράγματι ὠφελοῦν ἦσαν "άμαθεῖς καί άμελέτητοι" Καί ἀκόμη μιά παρομοίωσι ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο πού ἁρμόζει πολύ στούς οίκουμενιστάς: Οἱ οἰκουμενισταί μοιάζουν μέ τήν κουκουβάγια τῆς ὁποίας τά μάτια τήν νύκτα δυναμώνουν, μόλις ὅμως βγῆ ὁ ἥλιος ἀμαυροῦνται καί χάνονται. " Καί τούτων ἡ διάνοια ὀξυτάτη μέν ἐστί πρός τήν τῆς ματαιότητος θεωρίαν, πρός δέ τήν τοῦ ἀληθινοῦ φωτός κατανόησιν ἐξαμαυροῦται". (Μ. Βασιλείου Μίγν. 91,820) ᾿Ας παρακολουθήσωμε ὅμως μέ πολλήν συντομίαν κάποια στοιχεῖα πού θά μᾶς βοηθήσουν στό προκείμενο θέμα νά καταλάβουμε ποιά εἶναι ἡ θέσις τῆς ᾿Εκκλησίας καί τί κάμνουν οἱ Οἰκουμενισταί καί ὅλοι οἱ ἀπ ᾿ἀρχῆς αἱρετικοί στό συγκεκριμένο θέμα. Ποιά εἶναι δηλαδή ἡ ἀλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας στό προκείμενο θέμα, καί ποιό τό ψεῦδος τῶν αἱρετικῶν καί τῶν οἰκουμενιστῶν. ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ Κατ᾿ ἀρχήν ποῖοι εἶναι οἱ χρόνοι ὑπολογισμοῦ τοῦ Πάσχα: Τρεῖς χρόνοι ὑπάρχουν πρός καθορισμόν τοῦ Πάσχα. ῾Ο ἡλιακός, ὁ σεληνιακός καί ὁ ἑβδομαδιαῖος. Τό ἡλιακόν ἔτος ἀρχίζει ἀπό τήν ἐαρινή ἰσημερία δηλ. ἀπό τήν 7/8 Μαρτίου κατά τό ᾿Ιουλιανόν παλαιόν ῾Ημερολόγιον (καί ὄχι ἀπό τήν 21 Μαρτίου κατά τό Γρηγοριανόν νέον Ἡμερολόγιον). Τό σεληνιακόν ἔτος δέν ταυτίζεται πρός τό ἡλιακόν. Ἀρχήν τοῦ σεληνιακοῦ ἔτους ἔχομεν τήν 1η ἡμέραν τῆς γεννήσεως τῆς σελήνης, ἐάν αὐτή θά συμπέση κατά ἤ μετά τήν ἰσημερίαν (7/8 Μαρτίου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου). Αὐτή εἶναι ἡ 1η τοῦ μηνός Νισάν, ἀρχή τοῦ ἔτους διά τούς Ἑβραίους. Ἡ 14η ειναι ἡ τεσσαρασκαιδεκάτη, ἡμέρα κατά τήν ὁποίαν ἐώρταζον οἱ Ἑβραῖοι τό Πάσχα. Η 14η τοῦ μηνός Νισάν ειναι καί πανσέληνος (εαρινή). ‘Εάν ἡ 1η τῆς σελήνης ειναι πρό τῆς εαρινῆς ἰσημερίας τότε ἡ πανσέληνος λέγεται χειμερινή. Πρῶτος σεληνιακός μήνας νοεῖται αὐτός τοῦ ὁποίου ἡ τεσσαρασκεδαικάτη (14 τοῦ ῾Εβραϊκοῦ μηνός Νισάν) πίπτει τήν ἡμέραν τῆς ἰσημερίας, ἤ ὕστερα ἀπό αὐτήν. Δηλαδή τήν 8/7 Μαρτίου κατά τό ᾿Ιουλιανόν ἡμερολόγιον καί μετά. ᾿Αφοῦ βροῦμε τήν τεσσαρασκαιδεκάτην τοῦ πρώτου μηνός τῆς σελήνης ἀνατρέχομεν διά τῶν ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος εἰς τήν πρώτην ἐρχομένην Κυριακήν. Αὐτή εἶναι ἡ Κυριακή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. ᾿Εάν ἡ τεσσαρασκαιδεκάτη πίπτει ἔστω καί μίαν ἡμέραν πρό τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας τῆς 7/8 Μαρτίου ᾿Ιουλ. ῾Ημερολ. τότε γίνεται ὑπέρθεσις τοῦ ὑπολογισμοῦ κατά ἕναν σεληνιακό μῆνα δηλ. κατά 29 ἡμέρες.. Δηλαδή μετατιθέμεθα στίς 5 ᾿Απριλίου. Καί ἐάν ἡ 5 ᾿Απριλ. εῖναι Κυριακή καί μαζί καί τεσσαρεσκαιδεκάτη, τότε πηγαίνουμε στήν ἑπόμενη Κυριακή. 5 σύν ἑπτά ἔχομεν 13 ᾿Απριλίου. ῎Ετσι "ἡ πάντιμος ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς ζωοποιοῦ ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐπιτελεῖται ἀπό τῆς κβ'(22) Μαρτίου μηνός καί αὐτῆς τῆς κβ',ἕως τῆς κε'(25) τοῦ ᾿Απριλίου μηνός καί αὐτῆς τῆς κε'", πάντοτε κατά τό ᾿Ιουλιανόν ἡμερολόγιον. (Βλέπε."Πασχάλιον" Πατρολόγια Γκρέκα 92,1128) ῾Ο ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος (Μίγν. 59,747) λέγει ὅτι διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα τρία πράγματα πρέπει νά λαμβάνωμεν ὑπ᾿ὄψιν. "ἰσημερίαν.. καί σελήνης τεσσαρασκειδεκάτην, καί... τήν τριήμερον, τουτέστι Παρασκευήν, Σάββατον, Κυριακήν". Τονίζει δέ ὅτι "ἀδύνατόν ἐστίν, ἑνός χρόνου τούτων λιπόντος, ἐπιτελεσθῆναι τό Πάσχα" καί "ὅλας ταύτας τάς προθεσμίας συναγαγόντες ἀπαρτίζομεν τοῦ σωτηρίου Πάθους τήν θεωρίαν" ῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος κινεῖται ἐπί ὅσων ἐθέσπισε ἡ Α'Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία μέ τόν τόν Πασχάλιο Κανόνα πού ἐθέσπισε δέν ἔκανε κάτι καινούργιο, ἀλλά ἐτήρησε καί διετύπωσε τόν νόμον τοῦ Κυρίου. ῾Η ἐντολή τοῦ Πάσχα ἐδόθη ἀπό τό Θεό καί εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκῃν καί εἰς τήν Καινήν. Εἰς τήν Παλαιάν διά τοῦ Μωϋσέως. "Καί φυλάξετε τήν ἐντολήν ταύτην (᾿Εξόδ. ιβ,17) . Εἰς τήν Καινήν δι᾿ὅσων ὁ Κύριος εἶπε καί ἔπραξε πάσχων ὑπέρ ἡμῶν. Εἰς τήν ᾿Εκκλησία τά περί ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ὅπως λέγει πάλιν ὁ ῞Αγιος ᾿Ιω. ὁ Χρυσόστομος "οὐ κατά καινότητα ἄλλως" ἔχομεν, "ἀλλά κατά παράδοσιν...τοῦ Μωϋσέως" καί τοῦ Κυρίου διά τῶν ᾿Αποστόλων "ἐξ᾿ἀποστολικῆς παραδόσεως".. ῾Ο Ζ' ᾿Αποστολικός Κανών Κανών λέγει: "Εἴ τις ᾿Επίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος τήν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν πρό τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετά ᾿Ιουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω" ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ Ο ΟΡΟΣ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΔΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ῾Η Α'Οἰκουμενική Σύνοδος αὐτήν ᾿ἀκριβῶς τήν παράδοσιν ἐθέσπισε διά πάντας τούς ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς "ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος". ῾Ο ῞Ορος τῆς Α'Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί Πάσχα περιλαμβάνει δύο πίνακες. Τόν ἕνα διά τόν κύκλο τοῦτ ῾Ηλίου καί τόν ἄλλο διά τόν κύκλο τῆς Σελήνης. Καί διά μέν τοῦ κύκλου τῆς σελήνης "τό νομικόν ...δείκνυσι Πάσχα" διά δέ τοῦ κύκλου τοῦ ἡλίου "τό χριστιανικόν". ῞Οπως σημειώνει ὁ μεγάλος νομομαθής τοῦ Βυζαντίου Ματθαῖος Βλάσταρης διά τόν καθορισμόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τέσσαρες διορισμοί ἰσχύουν: "α) ῞Οτι δεῖ μετά ἰσημερίαν ἐαρινήν τό Πάσχα ἐπιτελεῖν. β) ῞Οτι οὐ τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς ᾿Ιουδαϊκῆς τελετῆς γ) ῞Οτι οὐχ᾿ ἁπλῶς μετ ἰσημερίαν, ἀλλά μετά τήν πρώτην μετ᾿ ἰσημερίαν πανσέληνον εὐθύς τῆς ἑβδομάδος πρώτῃ" Δηλαδή ὅλος ὁ σκοπός τοῦ καθορισμοῦ αὐτοῦ εἶναι νά μή συμπέσῃ τό Πάσχα τό χριστιανικόν μέ τό ῾Εβραϊκόν. ΤΙ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΠΡΟ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ Πρό τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά τόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα ἐτηροῦντο δύο παραδόσεις. Αἱ 'Εκκλησίαι τῆς ᾿Ασίας τελοῦσαν τό Πάσχα τήν 14ην τοῦ μηνός Νισάν. Αἱ λοιπαί ᾿Εκκλησίαι ὅπως ὡρίσθη ἀργότερον ἀπό τήν Α' Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Καί οἱ μέν καί οἱ δέ ἐπεκαλοῦντο ὑπέρ τῆς παραδόσεως πού τηροῦσαν τήν παρἀδοσι τῶν προηγουμένων. ῾Ο ᾿Επίσκοπος τῆς ᾿Εφέσου Πολυκράτης ἔγραφε πρός τόν ᾿Επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, ὅτι τήν παράδοσιν πού τηρεῖ τήν ἔχει ἀπό τούς ἑπτά πρό αὐτοῦ ᾿Επισκόπους, ὁ δέ ᾿Επίσκοπος Ρώμης ᾿Ανίκητος σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἅγιον Πολύκαρπο ἔγραφε, ὅτι τό Πάσχα στήν Δύσι τό ἑορτάζουν σύμφωνα μέ τήν παράδοσι τῶν πρό αὐτοῦ πρεσβυτέρων. Διατί ὅμως ὑπῆρχε αὐτή ἡ διαφορά. ῾Η παράδοσις, τήν ὁποίαν ἀκολουθοῦσαν στήν Δύσι ἦταν παράδοσις ἀκριβείας. Αὐτήν ἀκολούθησε καί ἡ Α' Οἰκουμενική Σύνοδος. ῾Η παράδοσις τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς ᾿Ασίας ἦταν παράδοσις οἰκονομίας. Στήν ᾿Ασία ὑπῆρχε μεγάλος ὁ ἐπηρεασμός ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους πιστευσάντων καί μή. ᾿Ιουδαῖοι ἐτάραξαν τήν Γαλατίαν ἐπί ᾿Αποστόλου Παύλου (Γαλατ. α,7) Αὐτοί ἐπρωτοστάτησαν εἰς τόν διωγμόν τοῦ ᾿Αποστόλου εἰς τήν ῎Εφεσον (Πράξ. ιθ, 33). Γι αὐτούς ἔγραφε ὁ ᾿Απόστολος: "Βλέπετε τούς κύννας, βλέπετε τούς κακούς ἐργάτας, βλέπετε τήν κατατομήν" (Φιλιπ. γ,2). ᾿Ιουδαῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι πού ἐκήρυττον τόν χριατιανισμόν καί τόν ᾿Ιουδαϊσμόν παραφθείραντες τό Εὐαγγέλιον (Βλέπ. καί Χρυσοστόμου Πατρ. Μίγκνε 62,256) ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος πρό τῆς βίας τῶν κακῶν τούτων ἐργατῶν, ἐχρησιμοποίησε τήν οἰκονομίαν. ῎Ετσι κατ᾿οἰκονομίαν περιέτεμε τόν Τιμόθεον "διά τούς ᾿Ιουδαίους τούς ὄντας ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις" (Πράξ. ιστ,3). Καί εἰς τά ῾Ιεροσόλυμα ἐτήρησε τόν μωσαϊκόν νόμον περί ἀγνισμοῦ (Πράξ. κα,26) ὑπέρ τῶν μυριάδων τῶν πεπιστευκότων ᾿Ιουδαίων. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί τό Πάσχα ἑωρτάζετο κατ᾿οἰκονομίαν τήν τεσσαρασκαιδεκάτην εἰς τούς τόπους ἐκείνους, ὅπου λύκοι βαρεῖς ἐλυμαίνοντο τής ᾿Εκκλησίας. ῞Ομως ἡ Οἰκονομία στήν ᾿Εκκλησία ἀσκεῖται πρός καιρόν. ᾿Επεβάλλετο ἡ Οἰκονομία νά ἀντικατασταθῆ μέ τήν ἀκρίβειαν διά νά ἐπ8ιτευχθῆ ἡ ἑορτολογική ἑνότης μέ βάσιν τήν ἀλήθεια. Τοῦτο ἦτο ἐπιθυμητόν, ἀλλά ἀπεδείχθη πώς δέν ἦταν διαφορετικά δυνατὀν νά ἐπιτευχθῇ παρά μόνον μέ ἀπόφασι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πράγμα τό ὁποῖον ἔγινε μέ τήν πρώτην Οἰκουμενικήν Σύνοδον. ῾Ο Μέγας Κων/νος γράφει ὅτι ἐν ἀντιθέσει πρός τό παρελθόν "κοινῇ πάντων (τῶν πατέρων τῆς Συνόδου) ἤρεσε κρίσει, τήν ἁγιωτάτην τοῦ Πάσχα ἑορτήν μιᾷ καί τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ συντελεῖσθαι" καί τώρα, ἀλλά "καί ἐπί τούς μέλλοντας αἰῶνας" (Μεγ. Κν/νου ΒΕΠΕΣ 24,152). Εἰς τήν ᾿Εκκλησιαστικήν ἱστορίαν τοῦ Θεοδωρήτου καθώς καί τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας ἀναγράφεται ὅτι ἡ Α' Οἰκουμενική Σύνοδος ἦρε τό ἄτοπον πού ὑπῆρχε νά συνεορτάζεται τό Πάσχα μετά τῶνμ ᾿Ιουδαίων "τῶν πατροκτόνων καί Κυριοκτόνων" Εἰς τόν Κανόνα αὐτόν τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρεται καί ὁ ἱστορικός Σωκράτης, ὁ ὁποῖος διέσωσε καί σχετικήν ἐπιστολήν τῆς Α'Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ο Α' ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΣΥΝΟΔΟΥ ᾿Εκτός ἀπό τόν Ζ' Κανόνα τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων πού ἀναφέραμε προηγουμένως καί ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει νά ἑορτάζεται τό Πάσχα πρό τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μαζί μέ τούς ᾿Ιουδαίους εἶναι καί ῾Α'Κανών τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾶ Συνόδου (341 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν ἀκριβῆ τήρησιν τῶν θεσπισθέντων ἀπό τήν Α' Οἰκουμενικήν Σύνοδον. "Πάντας τούς τολμῶντας παραλύειν τόν ὅρον τῆς ῾Αγίας καί Μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης, ἐπί παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ Θεοφιλεστάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς ᾿Εκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρός τά καλῶς δεδογμένα, καί ταῦτα εἰρήσθω περί τῶν λαϊκῶν. Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ᾿Εκκλησίας, ᾿Επίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἰδιάζειν, καί μετά τῶν ᾿Ιουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον ἡ ῾Αγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ᾿Εκκλησίας ὡς οὐ μόνῳ ἑαυτῷ ἁμαρτίας, ἀλλά καί τοῖς πολλοῖς διαφθορᾶς καί διαστροφῆς γενόμενον αἴτιον. Καί οὐ μόνον τούς τοιούτους καθαιρεῖ τῆς λειτουργίας, ἀλλά καί τούς τολμῶντας τούτοις κοινωνεῖν μετά τήν καθαίρεσιν. Τούς δέ καθαιρεθέντας ἀποστερεῖσθαι καί τῆς ἔξωθεν τιμῆς, ἧς ὁ ῞Αγιος Κανών καί τό τοῦ Θεοῦ ἱερατεῖον μετείληφεν". ᾿Εξήγησι διά τό πνεῦμα τοῦ Συνοδικοῦ ῞Ορου εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ θέματος μᾶς δίδουν αἱ διαταγαί τῶν ᾿Αποστόλων: "Δεῖ ὑμᾶς, άδελφοί, τούς τῷ τοῦ Χριστοῦ ἐξηγορασμένους τιμίῳ αἵματι , τάς ἡμέρας τοῦ Πάσχα ἀκριβῶς ποιεῖσθαι μετά πάσης ἐπιμελείας μετά τροπήν ἰσημερινήν, ὅπως μή δίς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑνός παθήματος μνείαν ποιῆσθε, ἀλλά ἅπαξ τοῦ ἔτους ἅπαξ ἀποθανόντος, μηκέτι παρατηρούμενοι μετά ᾿Ιουδαίων ἑορτάζειν. Οὐδεμία γάρ κοινωνία ἡμῖν νῦν πρός αὐτούς..." ( Διατ. ᾿Αποστ. Ε,17, ΒΕΠΕΣ 2,89). ῾Ο ῞Αγιος ᾿Επιφάνιος ᾿Επίσκοπος Κύπρου μνημονεύει τήν ἀσυμφωνία πού ὑπῆρχε πρό τῆς Α' Οἰκουμενικῆς γράφων: "῎Εκπαλαι καί ἀπό τῶν πρώην χρόνων διέστη ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ διαφόρως ἀγόμενον (τό Πάσχα) , χλεύην ἐμποιοῦν καθ ἕκαστον ἔτος, τῶν μέν πρό ἑβδομάδος ποιούντων, καί φιλονικούντων πρός ἀλλήλους, τῶν δέ μετά ἑβδομάδα· καί τῶν μέν προλαμβανόντων, τῶν δέν μεσαζόντων, ἄλλων δέ μηδέποτε ἐπιτελούντων... Διό καί συνελθόντες οἱ πανταχόθεν τότε , καί ἀκριβώσαντες, ὥρισαν μεθ᾿ ὁμονοίας μεθ᾿ ὁμονοίας γἰνεσθαι κατά τό πρέπον τῆς ψήφου καί τῆς ἀκολουθίας" (᾿Επιφ. κατά αἱρέσεων Πατρολ. Γκρέκα 42, 356ΑΒ). ῞Ο ἴδιος ἅγιος γράφει, ὅτι διά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἡ ᾿Εκκλησία: "Κέχρηται οὐ μόνον τῇ τεσσαρασκαιδεκάτῃ τῆς σελήνης, ἀλλά καί τῷ δρόμῳ τοῦ ἡλίου· ἵνα μή, ἑνί ἑνιαυτῷ δύο Πάσχα ποιοῦντες, ἐν τῷ ἑτέρῳ μηδέ ἕν Πάσχα τελέσωμεν. Διό παρατηρούμεθα μέν τήν τεσσαρεσκαιδεκάτην, ὑπερβαίνομεν δέ τήν ἰσημερίαν, φέρομεν δέ ἐπί τήν ἁγίαν Κυριακήν τό τέλος τῆς συμπληρώσεως" (᾿Επιφ. Κατά αἱρέσεων ΙΙ, Πατρολ. Γκρέκα 888Β ). ΠΟΙΟΙ ΑΝΤΕΔΡΑΣΑΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. Ποῖοι ἀντιπράττουν πρός αὐτόν τόν Συνοδικόν ὅρον; Πρῶται ἀντιπράξαντες πρός αύτόν τόν ὅρον ἦσαν οἱ τεσσαρασκαιδετῖται" οἱ ὁποῖοι κατά τόν ῞Αγιο Χρυσόστομο εἶναι αἱρετικοί."Τεσσαρασκαιδεκάτη δέ αἵρεσις ἐστί" ( Χρυσ. Π.ΓΚΡ. 59,747) Κατόπιν τό 1324 προέτεινε παραχάραξιν τοῦ Συνοδικοῦ ῞Ορου ὁ Γρηγορᾶς Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁπαδός τοῦ παπικοῦ ᾿Ακινδύνου καί ἀντίπαλος τοῦ προμάχου τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. ῾Ομοίαν καινοτομίαν ὑπεστήριξεν τό ἔτος 1450 ὁ Γεώργιος Γεμιστός ἤ Πλήθων, ὁποῖος εἶχε μυηθῇ ἀπό ἕναν ῾Εβραῖο στήν θρησκεία τοῦ Ζωροάστρου, ἦτο ζηλωτής τοῦ Πλάτωνος καί γενικῶς ἐκεινεῖτο πρός ἴδρυσιν ἰδίας θρησκείας πλησιαζούσης πρός τήν εἰδωλολατρείαν. ᾿Ενῶ ἡ ᾿Ορθοδοξία τούς ἀπέκρουσε ἡ αἱρετική Δύσις προχώρησε στήν καινοτομία. Τό 1582 ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ' ἀφήρεσε ὡς γνωστόν 10 ἡμέρες ἀπό τό ᾿Ιουλιανόν ῾Ημερολόγιο καί ἐδημιούργησε τό ὀνομασθέν Γρηγοριανόν. ῎Ετσι ἀπομακρύνθηκε ὁ Παπισμός ἑορτολογικῶς ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία κατά δέκα ἡμέρας τότε, οἱ ὁποῖες αὐξάνουν ἀνάλογα μέ τήν δῆθεν πτῶσι τῆς ἰσημερίας, ἐπεχείρησε δέ νά δικαιολογήσῃ αὐτήν τήν ἀλλαγήν βάσει τῆς δῆθεν ἀστρονομικῆς ἀκριβείας. ῾Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος παραδέχεται ὅτι: "Κατά τόν ΙΣΤ αἰῶνα ἐπί Πάπα Γρηγορίου ΙΓ', ἡ ᾿Εκκλησία τῆς Ρώμης προβάσα εἰς αὐτήν (τήν διόρθωσιν τοῦ ἡμερολογίου ), συμμετέβαλε καί τόν Πασχάλιον Κανόνα, κατά τρόπον ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. ῾Η μεταβολή δέ αὕτη ἀποτελεῖ τό κυριώτερον γνώρισμα τῆς Γρηγοριανῆς χρονολογήσεως ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. ῾Η Α' Οἰκουμενική Σύνοδος ἠθέλησε νά συνεορτάζωσι πάντες ὁμοῦ οἱ χριστιανοί κατά τήν αὐτήν ἡμέραν τό Πάσχα καί δή μετά τό ᾿Ιουδαϊκόν Πάσχα. ᾿Αλλ᾿ ἡ Γρηγοριανή μεταρρύθμισις παρεβίασε τούς ὅρους τούτους. ῞Οθεν ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία οὔτε παρεδέχθη, οὔτε δύναται νά παραδεχθῆ αὐτήν κατά τοῦτο..."."᾿Εκκλησία 41,(8-3-24), σελ. 372. Πράγματι οἱ Παπικοί καταλύουν τόν Συνοδικόν ὅρον περί Πάσχα. Μέ ποῖον τρόπον: Πρῶτον: Τελοῦν τό Πάσχα καί πρό τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Δεύτερον τελοῦν τό Πάσχα καί μετά τῶν ᾿Ιουδαίων. Τρίτον: Τό τελοῦν καί πρό τοῦ νομικοῦ Φάσκα ᾿Αλλά καί τόν τέταρτο διορισμό δέν τόν ἐφαρμόζουν., δηλ. δέν ἑορτάζουν τό Πάσχα τήν πρώτην Κυριακήν μετά τήν ἐαρινή Πανσέληνον, ἀλλά πρό τῆς ἐαρινῆς Πανσελήνου. Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕ ΚΑΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΕΞ῾ΑΡΧΗΣ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ. Τό ἔτος 1583 ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ' ἐζήτησε ἀπό τόν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ῾Ιερεμία τόν Β' τόν ἐπωνομαζόμενο Τρανό νά ἀποδεχθῇ τό Γρηγοριανό ῾Ημερολόγιο, ἑπομένως καί τόν συνεορτασμό τοῦ Πάσχα. ῾Ο Πατριάρχης ῾Ιερεμίας ὁ Β' ὅμως ἀπέρριψε καί κατεδίκασε αὐτήν τήν Καινοτομίαν, καί ἐπανειλημμένως κατέκρινε αὐτήν "καί δή διά τῆς ἀπό 28 Νοεμβρίου 1583 κοινῆς μετά τοῦ Πατριάρχου ᾿Αλεξανδρείας Σιλβέστρου Συνοδικῆς ᾿Εγκυκλίου (Ι. Καρμίρη, ΘΗΕ,τ.6,σελ.781). ᾿Επίσης κατεδίκασε τήν Γρηγοριανήν Καινοτομίαν διά τριῶν ἄλλων ἐπιστολῶν, ἀλλά καί "δι᾿ἀποφάσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθούσης τό 1593 Συνόδου". ᾿Αργότερα τό 1848 ἡ Πανορθόδοξος τότε συγκληθεῖσα ἐν Κων/λει Σύνοδος καταγγέλλει τόν Παπισμόν διά τίς καινοτομίες του, ἀλλά καί ὁ Πατριάρχης ῎Ανθιμος τό 1895 καταγγέλλει τόν Παπισμόν διά καινοτομίας καί "παρερμηνείας... καί τῶν ὅρων τῶν ῾Αγίων Συνόδων". ῾Ο δέ Πατριάρχης ᾿Ιωακείμ ὁ Γ' διά τῆς ᾿Εγκυκλίου τοῦ 1904 διακηρύττει, ὅτι "οὐκ ἐξόν περί τοῦτο (τό Πασχάλιον)) καινοτομῆσαι" " ἡμεῖς γάρ οὐδαμῶς ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ὑποχρεούμεθα μεταλλάττειν ἡμερολόγιον". Η ΠΡΟΩΘΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΧΩΡΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Καί οἱ λεγόμενοι «ὀρθόδοξοι» οἰκουμενισταί, καταλύουν τόν Συνοδικόν ῞Ορον. ᾿Επισήμως ἐξεδηλώθησαν ἀπό τό 1920 μέ τήν ᾿Εγκύκλιον τοῦ Τοποτηρητοῦ Προύσσης Δωροθέου, μέ τήν ὁποία προέτειναν ὡς πρῶτον θέμα, τόν "ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν", ἑπομένως καί τοῦ Πάσχα μετά πασῶν τῶν αἱρέσεων. Εἰς τήν συνέχεια τό ἔτος 1923 ὁ Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης εἰς τό λεγόμενον "Πανορθόδοξο Συνέδριο" τῆς Κων/λεως ἐπροθυμοποιήσῃ νά κηρυχθῇ ὑπέρ τῆς μονιμοποιήσεως τοῦ Πάσχα. Εἰς τήν συνέχεια προωθοῦν τήν Καινοτομίαν ἐπί τοῦ Πάσχα μέ τόν κατάλογο τῶν θεμάτων τῆς λεγομένης "Μεγάλης Συνόδου". Καί ἐπειδή δέν ἔχουν ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς καινοτομίας προβάλλουν λόγους τελείως ψευδεῖς. ᾿Εμφανίζουν τό Πάσχα ὡς ζήτημα πρός λύσιν καί ἐπικαλοῦνται καί τήν δῆθεν πτῶσιν τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. ῾Η ἰσημερία ὅμως τοῦ Συνοδικοῦ ῎Ορου περί τοῦ Πάσχα δέν νοεῖται ἀστρονομικῶς, ἀλλά λαμβάνεται θετῶς.᾿Ισημερία πρός καθορισμόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἶναι διά πάντας τούς αἰῶνας μόνον ἡ ἐαρινή ἰσημερία τοῦ ἔτους 325 τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διά τοῦτο ἡ ᾿Ορθοδοξία ὑπολογίζει ὡς ἡμερομηνίαν τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας , σταθερῶς μέχρι σήμερον, τήν 21ην Μαρτίου ᾿Ιουλιανοῦ ῾Ημερολογίου, ἀνεξαρτήτως φυσικῆς χρονικῆς ἀκριβείας. ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΝ ΨΕΥΔΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΔΙΑ ΤΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΝ ΘΕΜΑ Εἴναι χαρακτηριστικόν, ὅτι ἡ πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδος πρῶτον κατεδίκασε τούς αἱρετικούς καί τούς ἐξέβαλε τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν προκειμένῳ τόν ῎Αρειο καί τούς ὁπαδούς του, καί τότε ὥρισε τό Πάσχα κοινόν μετά τῶν ᾿Ορθοδόξων μόνον καί οὐχί μετά τῶν αἱρετικῶν . Δι αὐτό καί ἀπαγορεύει τόν συνεορτασμόν τοῦ Πάσχα μετά τῶν ᾿Ιουδαίων καί πάντων τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν. ᾿Ενῶ σήμερον οἱ Οἰκουμενισταί ψεύδονται καί ὑποστηρίζουν προωθοῦν τόν συνεορτασμόν μεθ᾿ὅλων τῶν χριστιανῶν, δηλαδή καί μέ τούς αἱρετικούς διά νά εἶναι δῆθεν σύμφωνοι μέ τήν ἀπόφασιν τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου , ἡ ὁποία ἐνομοθέτησε τόν κοινόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα. Δηλαδή τό θράσος του εἶναι ἀπύθμενο. ῾Η Α' Οἰκουμενική Σύνοδος λέγει διά κοινόν συνεορτασμό ὅλων τῶν ὀρθοδόξων, οἱ Οἰκουμενισταί ὁμιλοῦν διά κοινόν συνεορτασμόν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς. ᾿Εδῶ ἰσχύει τό λεχθέν ὑπό τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: " Γνώρισον αὐτούς, ὅτι ἐξέστησαν" ( Μ. Βασ. Πατρ.Γκρέκα 30,649). ΕΠΕΙΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟ Στόν ᾿Ορθόδοξο Τύπο μετά τήν δημοσίευσι τῆς ᾿Εγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περί συνεορτασμοῦ τοῦ Πάσχα δημοσιεύεται σειρά ἄριθρων ἀπό τόν ἁγιορείτη μοναχό Νικόδημο Μπιλάλη, μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Εἰς τήν ἀρχή τῶν ἄρθρων γράφει κάτι πολύ χαρακτηριστικό πού πρέπει νά τό προσέξουμε. Γράφει: "῾Η σπουδή καί μονομερής αὐτή ἐνέργεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου , ἔστω καί ὡς προμελέτη καί διερευνητική βολιδοσκόπηση τῶν τυχόν ἀντιδράσεων γιά τόν πιθανό συνεορτασμό τοῦ Πάσχα ᾿Ορθοδόξων καί ἑτεροδόξων, γίνεται περισσότερον ἀνησυχητική καί προβληματική, γιατί ἔτσι ὑπερβαίνεται καί παραβαίνεται ἡ γνωστή ἀπόφασι τῆς Α' Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου (1961) γιά τό θέμα αὐτό...." Καί παρακάτω: "᾿Εξ᾿ἄλλου τό 1971 ...σαφῶς καί κατηγορηματικῶς διατυπώνεται ἡ ἀπόλυτη ἀντίθεση τῆς ῾Ελλαδικῆς ᾿Εκκλησίας γιά ἀλλαγή τοῦ ὀρθοδόξου Πασχαλίου, δηλ. τοῦ Πασχαλίου ῞Ορου τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου" Καί παρακάτω: " Εἶναι λοιπόν ἄξιο ὄχι μόνο πολλῆς ἀπορίας, ἀλλά καί πολύ μεγάλης ἀνησυχίας... ἡ σκοπιμότητα ὅλης αὐτῆς τῆς σπουδῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔπειτα μάλιστα ἀπό τήν θλιβερή ἐμπειρία τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ ζητήματος". Εἶναι ὀρθαί αἱ παρατηρήσεις τοῦ μον. Νικοδήμου στόν ᾿Ορθόδοξο Τύπο, ἀλλά καί ἡ ἀπάντησις ἔχει δοθῇ ἀπό τούς οἰκουμενιστάς, ὅπως καί ὁ ἴδιος τήν δημοσιεύει στήν συνέχεια τῶν ἄρθρων του. Εἶναι πολύ χαρακτηριστρικό ἕνα ἄρθρο πού ἐδημοσιεύθη στήν ᾿Εφημερίδα "ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ" (30-31/3/96 μέ τό ἀποκαλυπτικό τίτλο: "ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ" καί εἰς τό ὁποῖον γράφονται μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς: "Τό δέ 2001, πού συμπίπτει ἔτσι κι᾿ ἀλλοιῶς ὁ ἑορτασμός (τοῦ Πάσχα) προκρίνεται ὡς πρῶτο ἔτος κοινοῦ συνεορτασμοῦ..." ᾿Επίσης: "῾Η ἀνακίνησι τοῦ ζητήματος γιά τό ὁποῖο πολὐ αἷμα καί μελάνη ἔχουν χυθεῖ τούς τελευταίους αἰῶνες, συσχετίζεται μέ τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου στό Βατικανό καί τήν ἐπιθυμία τῶν δύο πλευρῶν γιά ὑπέρβαση τῶν συγκρούσεων καί προώθησι τοῦ διαλόγου..." ᾿Επίσης:εἰς τό ἴδιο ἄρθρο γίνεται προσπάθεια νά παρουσιασθῇ τό θέμα, ὡς καθαρά ἀστρονομικό, ἐνῶ γίνεται λόγος καί διά τίς ἀντιδράσεις πού προβλέπεται νά ὑπάρξουν "ἀπό τήν ὑπόλοιπη ᾿Ορθοδοξία καί στά καθ᾿ ἡμᾶς ἀπό τό ῞Αγιο ῎Ορος", ὅπως χαρακτηριστικά γράφει ὁ ἀρθρογράφος τοῦ "'Επενδυτῆ". Δηλαδή ὅλος ὁ σκοπός εἶναι νά προχωρήσῃ πιό γρήγορα καί νά δημοσιοποιηθῇ πιό ἔντονα ἡ ἕνωσις μέ τό Βατικανό, ὁ "πανχριστιανικός οἰκουμενισμός" διά νά ἀκολουθήσῃ ἀμέσως καί ὁ "πανθρησκειακός Οἰκουμενισμός", δηλαδή ἡ πλήρης κυριαρχία τοῦ ἀντιχρίστου. Σέ ἄρθρο του στήν Καθημερινή ὁ θεολόγος Καθηγητής Πανεπιστημίου π. Γεώργιος Μεταλληνός παρατηρεῖ: "Ὁ οἰκουμενικός διαχριστιανικός διάλογος ἀποσκοπεῖ, ἀκριβῶς, στήν ἄρση τῆς διαιρέσεως καί τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος. Οὐσιαστικό ὅμως βῆμα σ᾿αὐτή τήν κατεύθυνση θεωρεῖται στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα.... Αὐτό τό πνεῦμα ἐνσάρκωνε καί ἡ ἀμφιλεγόμενη πατριαρχικήγ ἐγκύκλιος τοῦ 1920, ὅταν ὡς πρῶτο βῆμα τῆς ἑνωτικῆς προσπαθείας τῆς ἐποχῆς μας προέβαλε "τήν παραδοχήν ἐνιαίου ημερολογίου πρός ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπό πασῶν τῆς ᾿Εκκλησιῶν" ῾Ο ἴδιος ἑρμηνεύοντας τό πνεῦμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφει στό ἴδιο ἄρθρο ( Καθημερινή 14-4-96) λέγει, ὅτι ἐμπόδιο στήν ἑορτολογική σύμπτωση μέ τούς μή ὀρθοδόξους δέν εἶναι ἡ ἡμερολογιακή διαφορά, ἀλλά ἡ δογματική-θεολογική, δηλαδή ἡ ἀσυμφωνία στήν πίστι, καί τονίζει: "῎Ετσι κατανοεῖται ἡ ἐκκλησιαστικοκανονική ἐντολή-ἀπό τήν Α'Οἰκουμενική Σύνοδο, πού ἔλυσε τελεσίδικα τό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, 325 μ.Χ., ὡς σήμερα-"μή μετά ᾿Ιουδαίων συνεορτάζειν" πού ἰσοδυναμεῖ σήμερα μέ τό "μή μεθ᾿ἑτεροδόξων συνεορτάζειν". Αὐτό δέν εἶναι καρπός μισαλλοδοξίας, ἀλλά ἔκφραση ὑγιοῦς καί ἐνεργοῦ ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Γι αὐτό ἤδη τό 1582 ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Ανατολή ἀπέρριψε τό "νέο" ἡμερολόγιο ὄχι γιά λόγους ἐπιστημονικούς, ἀλλά ἐκκλησιολογικούς, διότι ἡ εἰσαγωγή του συνδεόταν μέ τούς Δυτικούς καί τούς δικούς μας φιλενωτικούς μέ τήν ἐπιβολή ἑορτολογικῆς συμπτώσεωςμ ὡς διευκόλυνσης (ντέ φάκτο) καί "ἐκ τῶν κάτω" τῆς ἑνώσεως". Βέβαια στήν ἴδια σελίδα τῆς Καθημερινῆς ὁ οἰκουμενιστής Σπύρος ᾿Αλεξίου γράφει ὅτι οὐδέν δογματικόν ἐμπόδιον ὑφίσταται διά τὀν συνεορτασμόν τοῦ Πάσχα καί κατηγορεῖ τούς Γνησίους ᾿Ορθοδόξους, ὡς τούς ὑπεύθύνους διά τήν μή τακτοποίησιν τοῦ θέματος. ΠΟΣΟ ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΓΟΧ. Οἱ Οἰκουμενισταί ἔθεσαν ἀπ᾿ἀρχῆς ὡς σκοπόν τήν μέ κάθε τρόπον ἐπιβολήν τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μεταξύ ᾿Ορθοδόξων καί ἑτεροδόξων-αῥετικῶν. Εἶναι ἀποφασισμένοι σ᾿αὐτό. ῞Ομως ὑπολογίζουν πολύ τάς ἀντιδράσεις. Προσπαθοῦν νά τάς ἐντοπίσουν, ψάχνουν νά εὕρουν κατάλληλον εὐκαιρίαν, ἀνησυχοῦν καί ἀδημονοῦν, κατά τήν λαϊκήν ἔκφρασιν ἔχουν χάσει τόν ὕπνο τους. Καί ὀργανώνουνμέ μεθοδικότητα τόν τρόπο. ῎Εχει λεχθῇ πολλές φορές, ὅτι ἕνας τρόπος νά προχωρήσουν τά σχέδιά τους εἶναι νά μᾶς ἀφανίσουν καί νά μᾶς ἐξολοθρεύσουν. Χρησιμοποιοῦν τήν μέθοδο τοῦ "διαίρει καί βασίλευε", εὑρίσκουν κατάλληλα ὄργανα διά νά μᾶς δημιουργοῦν ἐσωτερικά προβλήματα, ὅπως συνέβη κατά τήν διάρκκεια τῆς πενταετίας καί μέ τό σχίσμα τῶν πέντε καί γενικά μετέρχονται τά πάντα διά νά εἶναι συνεπεῖς καί πρός τήν ἐντολή πού τούς ἔδωσεν ὁ Πάπας νά διαλύσουν τούς παλαιοημερολογῖτες διότι αὐτοί ἔμειναν τό μόνο ἐμπόδιο διά τήν ἕνωσί τους. Αὐτά βέβαια ἔχουν τονισθῇ πολλάκις κατά τήν διάρκεια τῆς πενταετίας, ἀλλά ὅσον καί ἄν δέν ἐγίνοντο πιστευτά, ἐπαληθεύθηκαν ἀπό τήν πορεία τῶν πραγμάτων. Καί ἡ μεγαλύτερη ἐπαλήθευσις κατά τήν γνώμην μου εἶναι τό ὅτι μόλις ἔγιεν τό σχίσμα, καί σέ μᾶς καί στούς φλωριναίους, ἐδημοσιεύθη ἡ προαναφερθεῖσα ᾿Εγκύκλιος τῆς ᾿Αρχιγραμματείας τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως στήν ὁποία μεταξύ ἄλλων .ἐγράφοντο καί τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: " δ) Ποίας ἐπιπτώσεις δύναται ἵνα ἔχῃ εἷς πιθανός συνεορτασμός τοῦ Πάσχα ἐπί τοῦ ᾿Ορθοδόξου Ποιμνίου ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχία τοῦ Θρόνου ἀπό πλευρᾶς ὡρισμένων ᾿Ορθοδόξων συντηρητικῶν κύκλων (παλαιοημερολογιτῶν, παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων, παραδοσιοκαπήλων, ἀντιοικουμενιστῶν κλπ.) καί κατά πόσον συμφέρει τήν Μητέρα ᾿Εκκλησίαν σήμερον ἡ ἀνακίνησις τοῦ θέματος τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα" Αὐτή ἡ παράγραφος τοῦ Πατριαρχικοῦ ἐγγράφου λέγει πολλά. Ταῦτα ἐν συνδυασμῷ καί μέ τήν ἀπόφασιν τῆς Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς τήν Γενεύην στίς 12 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1982, καί εἰς τήν ὁποίαν συζητηθέντος καί τοῦ θέματος τοῦ Πασχαλίου ἀπεφασίσθη νά ἀφεθῇ τό θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Πασχαλίου "εἰς εὐθετώτερον χρόνον" εἶναι πολύ ἀποκαλυπτικά διά τό πόσον ὑπολογίζουν τήν φωνή καί τόν ἔλεγχο τοῦ μικροῦ ποιμνίου, δηλαδή τήν φωνήν τῆς ἀληθείας. ΠΟΙΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ ΤΟ ΙΔΙΚΟΝ ΜΑΣ ΚΑΘΗΚΟΝ: Θά τελειώσω μέ τήν φράσιν τοῦ ῾Αγίου Νικηφόρου τοῦ ῾Ομολγητοῦ ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στήν ἀποστολή καί τό ἔργο τῶν ᾿Ορθοδόξων, τοῦ μικροῦ ποιμνίου πού εἶναι ἡ διαφύλαξις καί ἡ προστασία τοῦ κύρους τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν θεσμῶν: " Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῇ ᾿Ορθοδοξίᾳ καί εὐσεβείᾳ διαμείνωσιν οὗτοι εἰσίν ᾿Εκκλησία καίτό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται". ῎Εχομεν λοιπόν μεγάλο ἔργο νά ἐπιτελέσωμεν. Νά παραμείνωμεν εἰς τήν Γνησίαν ᾿Ορθοδοξίαν, ἀλλά καί νά ἀγωνισθῶμεν τόν καλόν ἀντιαιρετικόν ἀγῶνα βέβαιοι ὄντες ὅτι ἡ νίκη εἶναι τῆς ᾿Ορθοδοξίας. " Αὕτη ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον ἡ πίστις ἡμῶν". Δηλαδή νά ἀγωνισθῶμεν διά τήν ᾿Αλήθεια καί ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δηλ. ἐν τῇ ᾿Ορθοδοξίά. Καί αὐτήν τήν ᾿Αλήθειαν, νά τήν διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί ἐν ἀγάπῃ νά τήν διακηρύξωμεν πρός πάντας, "ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καί περιφερόμενοι παντί ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων (κυβεία σημαίνει ἀκαταστασία καί ἀσταθεια), ἐν πανουργία πρός τήν μεθοδείαν τῆς πλάνης, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτόν τά πάντα, ὅς ἔστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός" (᾿Εφεσ. Δ, 14-15) + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Αναρτήθηκε από ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ στις 5:37 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια: Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis! Μοιραστείτε το στο Twitter Μοιραστείτε το στο Facebook Κοινοποίηση στο Pinterest Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017 ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ, ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου http://www.ptolemaidanews.gr/new/news.php?lang=173&cat=142&id=33075 «Οἱ προσβληθέντες ἐκ τοῦ μιάσματος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχουν πνευματικόν δαλτονισμόν. Δέν διακρίνουν τάς διαφοράς μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἑτεροδόξων, ἔτι δέ καί ἀλλοθρήσκων. Οὗτοι βλέπουν μόνον ὁμοιότητας. Καί χάριν τῶν ὁμοιοτήτων καλοῦν ὅλους νά ἑνώσουν ὅλας τάς πίστεις καί νά γίνουν ἕν! Ὀργίζονται δε καί ἐξανίστανται ἐάν τίς τολμήσῃ καί ὑπενθυμίσῃ εἰς αὐτούς δογματικάς διαφοράς καί ὅτι χάσμα μέγα ἐστήρικται μεταξύ Ὀρθοδόξων, ἑτεροδόξων καί ἀλλοθρήσκων, καί ὅτι εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνον νά ἐπιχειροῦν ἰλιγγιώδη ἅλματα. Ἐντός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἡ Ὀρθοδοξία χάνει τό χρῶμα καί τό ἄρωμά της, τό αἷμα καί τήν εὐωδίαν Χριστοῦ. Νά γνωρίσουμε καλύτερα τήν Ἐκκλησία μας, τήν Ὀρθοδοξία… Νά μείνουμε πιστοί καί ἀφωσιωμένοι στήν Ὀρθόδοξο Ἀνατολική Ἐκκλησία μας, νά κρατήσουμε σφιχτά, παντοτεινά, αἰώνια τήν Ὀρθόδοξο πίστι μας. ἡ Ὀρθόδοξος πίστις μας εἶναι θησαυρός πολύτιμος, καί δυστυχῶς δέν τήν γνωρίζουμε καλά…Χαίρετε, ἀδελφοί μας διότι ἀνήκετε στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία…. Ὁ Παπισμός εἶναι ἀνατροπή θεμελιωδῶν νόμων τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ γνησίου Χριστιανισμοῦ. Ἡ Οὐνία εἶναι Δούρειος ἵππος, σατανικόν μηχάνημα τοῦ παπισμοῦ, πρός ἐκπόρθησιν τῆς ψυχῆς τῶν ὀρθοδόξων… Ἡ Οὐνία εἶναι ἕνα ἀπό τά ὅπλα πού χρησιμοποιοεῖ ἡ παπική προπαγάνδα διά νά ὑποτάξῃ τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ὁ Πάπας εἶναι πηγή αἱρέσεων. Ἡμεῖς θά μείνωμεν ὀρθόδοξοι. Δέν θά προδώσωμεν τήν πίστιν μας…O πάπας ζητά να υποδουλώσει την Ελλάδα, μα δεν θα μπορέσει και ούτε η Ελλάς θα επιτρέψει ν’ αγγίσει την πίστη της. (Ελέχθη 11-3-2001) Τό σπουδαιότερο πού μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας, δέν εἶναι τά χωράφια, τά σπίτια, τά χρήματα· εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος πίστις. Αὐτή εἶναι ὁ θησαυρός ὁ ἀνεκτίμητος. Κράτα λοιπόν καλά τό θησαυρό αὐτόν «Κράτει ὅ ἔχεις ἵνα μηδείς λάβει τόν στέφανόν σου» (Ἀπ. 3, 11). Κλεῖσε τ’ αὐτιά σου στούς ἐχθρούς. Μεῖνε πιστός στήν Ἐκκλησία πού βαπτίσθηκες· προτίμησε θάνατο μᾶλλον παρά νά χάσῃς τήν Ὀρθόδοξο Ὁμολογία. Λέγε σ’ ἄνθρώπους καί δαίμονες· Ὀρθόδοξος γεννήθηκα-Ὀρθόδοξος θά πεθάνω· ἔχω ρίξει τήν ἄγκυρά μου ἐδῶ καί κανένα κῦμα δέν μέ παρασύρει ἀπό τό λιμάνι τῆς Ὀρθοδοδοξίας. Ὅσο γιά τούς ἄλλους πού εἶναι ἔξω ἀπό τή μάνδρα τῆς Ὁρθοδοξίας, ἐμεῖς δέν ἔχουμε παρά νά εὐχηθοῦμε, καί αὐτοί καί ὅλοι οἱ ἄλλοι πού βρίσκονται μακριά, νά ἐπιστρέψουν στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἴθε ὁ Κύριος νά εὐδοκήσῃ, ὥστε νά παύσουν αἱρέσεις καί σχίσματα, νά ἑνωθοῦν ὅλοι στήν Ὀρθοδοξία, νά γίνῃ ὁ κόσμος «μία ποίμνη εἶς ποιμήν» (Ἰω. 10,16), πρός δόξαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό θά γίνῃ ὁπωσδήποτε. Ἀλλά ἀπό πολλούς πολέμους. Θά χυθῇ πολύ αἷμα, καί μετά ἀπό τά πολλά αἵματα πού θά χυθοῦν, ἡ ἀνθρωπότης θά μετανοήσῃ καί θά πέσῃ νά προσκυνήσῃ τόν Χριστό. Καί τότε ὅλα τά στόματα καί ὅλες οἱ καρδιές, καί ὅλοι θά ποῦνε· «Εἰς γιος, εἰς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός Αμήν»! Αναρτήθηκε από ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΠΟΘΕΝ Η ΤΟΣΗ ΑΣΕΒΕΙΑ

ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ Sunday, 20 August 2017 Η ΕΝ ΟΛΙΓΩ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΠΑΡΑΤΡΟΠΗ ΤΗ ΑΣΕΒΕΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΔΟΝ ΔΕΔΩΚΕΝ Φ. ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑ «Ἡ ἐν ὀλίγω τῆς ἀληθείας παρατροπή τῆ ασεβεία την πάροδον δέδωκε». (Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Ρ.G. 44,1249). Δηλαδή, ἐάν ξεφύγωμεν ἔστω καί κατ’ ὀλίγον ἀπό τήν ἀλήθεια, ἔρχεται σάν συνέπεια ἡ ἀσέβεια. + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/49 Ἐν Κορωπίω Μάρτιος 2008 (Ε.Η.) Πρός ἐπερωτῶντα διατί ἡ τόση παραφροσύνη εἰς τά ἐκκλησιαστικά μας πράγματα Ἀγαπητέ μου, χαῖρε ἐν Κυρίω. Μέ ἐρωτᾶτε, διατί τόσαι διαιρέσεις καί σκάνδαλα εἰς ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους. Διατί τόση ἀσέβεια ἀκόμη καί εἰς σεμνυνομένους μέ τό ὄνομα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου. Διατί τόση παραφροσύνη καί τόση ἀναίδεια ἀκόμη καί εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους. Πολύ δικαιολογημένη εἶναι ἡ ἀπορία, διότι πράγματι, ἐάν ἀντικρύσωμεν μετά προσοχῆς τήν «κατάντια» τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων γενικώτερον, ἀλλά καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων, θά φρίξωμεν. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικός ὁ Μέγας Βασίλειος διά τούς Κληρικούς τῆς ἐποχῆς του, τά ὁποῖα ἰσχύουν καί διά τούς σημερινούς Κληρικούς. Γράφει: «Ὁ Ἰούδας πού προτίμησε νά πεθάνη στήν ἀγχόνη παρά νά ζεῖ στήν ντροπή, ἀποδείχθηκε προτιμότερος ἀπ’ αὐτούς (τούς Ἱερωμένους) πού στίς μέρες μας στέκουν χωρίς ντροπή ἀπέναντι στήν γενική κατακραυγή καί σχετίζονται ἀναίσχυντα μέ τά αἰσχρά. Μονάχα μή ἐξαπατηθεῖτε ἀπό τίς ψευδολογίες τους ὅταν διακηρύττουν ὀρθότητα πίστεως. Τέτοιοι ἄνθρωποι εἶναι Χριστέμποροι, καί ὄχι Χριστιανοί, καθόσον πάντα προτιμοῦν ἐκεῖνο πού τούς βολεύει στόν παρόντα βίο ἀπό τό νά ζοῦν σύμφωνα μέ τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐγγελίου» (Μέγας Βασίλειος ‘Επιστολή ΣΜ, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, 2-3 PG 897 Α) Καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διά τήν ἐποχήν του διεκτραγωδεῖ τήν «κατάντια» τῶν τότε Κληρικῶν διά τῶν ἐξῆς: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιωρίζοντο καί ἡγούμενοι ταυτοπαθοῦντες... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί καί λαϊζουσαι..., οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι, ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι, ἄλλοι θαλαττευόμενοι ... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Ποῖον δέ καί διεσώσω ναόν, τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, μιάνας σεαυτόν; Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ. Ταῦτα αὐτή ἡ ἀλήθεια βοᾶ πρός τούς οὕτως ἀσεβοῦντας΄ οὕς εἰ μή μετανοήσουσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανούς ἡγητέον» (P.G. 99, 1337 C). Καί ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς παραφροσύνης, τῆς ἀσεβείας καί τῆς θεομαχίας, ποία εἶναι; Μᾶς δίδει τήν ἀπάντησιν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. «Ἡ ἐν ὀλίγω τῆς ἀληθείας παρατροπή τῆ ασεβεία την πάροδον δέδωκε». (Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Ρ.G. 44,1249). Δηλαδή, ἐάν ξεφύγωμεν ἔστω καί κατ’ ὀλίγον ἀπό τήν ἀλήθεια, ἔρχεται σάν συνέπεια ἡ ἀσέβεια. Καί αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερον, καί μάλιστα εἰς πολύ μεγαλύτερον βαθμόν. Διότι, ἄν ἡ ὀλίγη παρατροπή (ἐκτροπή) ἀπό τήν ἀλήθεια δίνει τήν εὐκαιρία νά ἐκδηλωθῆ ἡ ἀσέβεια, πόσην ἀσέβειαν, πόσην παραφροσύνην πόσην θεομαχίαν φέρνει ἡ παντελής ἀθέτησις τῆς ἀληθείας. Διά τοῦτο ἀς προσέξωμεν, διότι οἱ καιροί χαλεποί. Καί ἀς μελετῶμεν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διά νά γνωρίζωμεν τήν ἀλήθειαν. Καί ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας θά μᾶς κρατήση ἐλευθέρους ἀπό τό κακόν, προσηλωμένους εἰς τό ἀγαθόν. «Γνώσεσθε, λοιπόν τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώση ὑμᾶς». Μετ’ εὐχῶν + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Posted by ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΠΤΙΖΩΝΤΑΙ ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ, ΤΟΜΟΣ Α, ΣΕΛ.185 - 190, ΕΚΔΟΣΙΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς τό kirykos livejournal τήν Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010 και εἰς την «ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» Τεῦχος 468/Σεπτέμβριος 2010) «.... Καικίλλιος Λιβεράριος εἶπεν: Ἓν βάπτισμα ἐν μόνη τῆ Ἐκκλησίᾳ οἶδα, καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, οὐδαμοῦ. Ἔνθα γάρ ἐστι το ἓν βάπτισμα, ὄντως καὶ ἐλπὶς ἀληθείας ἐστὶ, καὶ πίστις. Οὕτω γὰρ γέγραπται, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Οὐ γὰρ τοῖς αἱρετικοῖς, παρ’ οἷς οὐδεμία πίστις καὶ ἐλπὶς, ὅπου πάντα ψευδῆ, ὅπου ἐξορκίζει δαιμονιζόμενος, μυστήριον ἐρωτᾷ, οὗ τὸ στόμα λοιμώδη καὶ ἰώδη φθέγγεται, πίστιν δὲ δίδωσιν ἄπιστος, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχει ἁμαρτωλὸς. Καὶ εἰς ὄνομα Χριστοῦ βαπτίζει Ἀντίχριστος, ὑπισχνεῖται ζωήν νεκρος• εἰρήνην δίδωσιν εἰρήνης ἀλλότριος, Θεὸν ἐπικαλεῖται βλάσφημος, ἱερατείᾳ κέχρηται ἀσεβὴς, θυσιαστήριον προτίθησιν ἱερόσυλος, Θεῴ θυσίαν προσφέρει ὁ διαβόλῳ ὑπηρέτης. Οἱ αὐτοῖς συνηγοροῦντες εἰπάτωσαν, ταῦτα πάντα ψευδῆ εἶναι περὶ τῶν αἱρετικῶν Ἰδοὺ τίσιν ἀναγκάζεται ἡ Ἐκκλησία συνευδοκεῖν, ἵνα χωρὶς βαπτίσματος καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν τοιούτοις συγκοινωνήσῃ. Ὅθεν ἀδελφοὶ φεύγειν καὶ ἐκκλίνειν ὀφείλομεν καὶ χωρίζειν ἑαυτούς ἀπὸ τοιούτων πλημμελημάτων, καὶ ἓν βάπτισμα κατέχειν τὸ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ δεδωρημένον. Πρίαμος ἀπὸ Μαστρίπης εἶπε: Δογματίζω πάντα ἄνθρωπον ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον, δεῖν βαπτίζεσθαι, μάτην γὰρ αὐτὸν ἐκεῖ βεβαπτίσθαι, μὴ ὄντος, εἰμὴ ἑνός βαπτίσματος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μόνῃ, ἐπεὶ καὶ ὁ Θεὸς εἷς, καὶ βάπτισμα ἓν, καὶ Ἐκκλησία μία, ἐν ᾗ τὸ βάπτισμα καὶ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ὃσα ἄλλα εἰς σωτηρίαν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον ἐπιτελεῖται. Τὰ γὰρ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γινόμενα, εἰς οὐδὲν τούτων ἀφικνεῖται. Πολύκαρπος Ἀδραμέντου εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα δοκιμάζοντες, τὸ ἡμέτερον ἀδόκιμον ποιοῦσι. Νουσάτος ἀπὸ Θαννουβασιλέως εἶπε: Πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσι περὶ ἑνὸς καὶ μόνου τοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίσματος σωτηρίου, ὀφείλομεν τὴν ἡμετέραν πίστιν ὁμολογῆσαι, ἳνα τοὺς αἱρετικούς καὶ σχισματικοὺς προσερχομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ μετὰ τὸ ψευδὲς ἐκείνων βάπτισμα τᾡ ἀληθεῖ βαπτίσομεν. Kαὶ διὰ τοῦτο ἐγώ τοὺς ἐκεῖθεν ἐλθόντας πάντας ἐβάπτισα, καὶ τοὺς ἀπὸ κλήρου αὐτῶν λαϊκοὺς ἔστησα. Νεμεσιανὸς ἀπὸ Θουβούνων εἶπε: Βάπτισμα ὃ δίδωσιν αἱρετικὸς καὶ σχισματικὸς μὴ εἶναι ἀληθές πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσιν, ἐπεὶ αὐτοὶ προεστῶτες αὐτῶν ψευδόχριστοι εἰσι καὶ ψευδοπροφήται. Ἰαννουάριος ἀπὸ Λαβῆς εἶπε: Κατὰ τὰ προστάγματα τῶν ἁγίων γραφῶν κρίνω δεῖν πάντας τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν προσδέχεσθαι. Λούκιος από Γαστρογαλβής εἶπεν: Ὁ Κύριος ἐν τῶ Εὐαγγελίῳ φησὶν, ὑμεῖς ἐστε τὸ ἃλας τῆς γῆς, ἐὰν δὲ τὸ ἃλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀλισθήσεται; Ὁπότε οὖν σαφές ἐστι τοὺς αἱρετικοὺς τουτέστιν ἐχθροὺς τοὺ Θεοὺ, μὴ δεῖν δύνασθαι ζωοποιῆσαι τινα πνευματικῇ ὁμολογίᾳ μωρανθέντας αὐτοὺς καὶ ἔξω ὄντας τῆς Ἐκκλησίας, ἁγίῳ βαπτίσματι βαπτίζειν αὐτοὺς ἐρχομένους ὀφείλομεν. Κρίσκης ἀπὸ Κρήτης εἶπε: Καὶ αὐτὸς τοὺς αιρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, ὁπόταν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν ἔλθωσι, μὴ πρότερον δεχθῆναι, πρὶν ἐξορκισθῶσι καὶ βαπτισθῶσι, χωρὶς ἐκείνων τῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθέντων καὶ ἀποστάντων. Οὗτοι γὰρ ὀφείλουσι μετανοήσαντες χειροθεσίας μόνης τυχεῖν. Νικομήδης ἀπὸ Σεργομέων εἶπεν: Ἡ ἐμὴ ἀπόφασις αὕτη ἐστίν• ἵνα οἱ αἱρετικοὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ προσερχόμενοι βαπτισθῶσιν. Ἐπεὶ μηδεμίαν ἔξω ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰλήφασιν ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν βαπτισθέντες. Σεκουνδιανός ἀπὸ Καρινδίας εἶπε: Ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει• ὁ μὴ ὢν μετ’ εμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστί. Καὶ Ἰωάννης ὁ ἀπόστολος τούς ἐξερχομένους τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Ἀδύνατον γάρ ἐστίν αὐτοὺς ὑπηρετῆσαι χάριτι Θεοῦ, καὶ σωτηρίῳ βαπτίσματι• καὶ διὰ τοῦτο κρίνω τοὺς τῇ Ἐκκλησίᾳ προσελθόντας βαπτισθῆναι παρ’ ἡμὼν. Φίληξ ἀπὸ Γαμετῶν εἶπεν: Ὡς τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγῶν ἅμα εἰς βόθρον ἐμπίπτουσιν• οὕτω καὶ αἱρετικὸς αἱρετικὸν βαπτίζων τῷ βαπτιζομένῳ συναποθνήσκει. Καὶ διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν τὸν αἱρετικὸν βαπτισθῆναι δεῖ, ἵνα μὴ ἡμεῖς οἱ ζῶντες νεκροῖς κοινωνήσωμεν. Σουκέντιος ἀπὸ Ἀβιργεμανικιανῆς εἶπεν: Αἱρετικoῖς ἢ οὐδέν ἔξεστιν, ἢ πάντα. Εἰ δύνανται βαπτίσαι, δύνανται καὶ Πνεῦμα Ἅγιον δοῦναι. Ἐπεὶ δὲ μὴ ἔχουσιν, οὐδὲ πνευματικῶς βαπτίζουσι, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Φουρτουνάτος ἀπὸ Θουκχαβὼρ εἶπεν: Οἱ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ὄντες, καὶ ἐναντίοι τῷ Χριστῷ, ὡς τὰ πρόβατα, καὶ τὴν ἀγέλην αὐτοῦ σκορπίζοντες, βαπτίζειν ἔξω οὐ δύναται. Θήδατος ἀπὸ Θουρβών εἶπε: Πάσῃ δυνάμει ἀγωνιστέον, ἵνα μὴ ὁ τὴν τῶν αἱρετικῶν πλάνην ἀφεὶς, τὸ μόνον τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα διστάσῃ λαβεῖν, ᾧ τις μὴ βαπτισθεὶς, ἀλλοτριοῦται τὴς τῶν Οὐρανῶν Βασιλείας. Προβατιανός ἀπὸ Σοφετίης εἶπεν: Εἰ ἀπὸ Θεοῦ ἡ αἵρεσις ἐστιν, ἕξει αἱρετικὸς καὶ δωρεὰν Θεοῦ. Εἰ δὲ μὴ ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ, πῶς δύναται αὐτὸς ἔχειν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλῳ διδόναι; Μονούαλος ἀπὸ Γέρβης εἶπε: Τοῦ Κυρίου λέγοντος, βαπτίσατε πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἴδαμεν σαφῶς τοὺς αἱρετικοὺς, μήτε Πατέρα ἔχειν, μήτε Υἱὸν, μήτε Πνεύμα Ἅγιον. Δεῖ οὖν ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζειν, ἵνα ἀναγεννηθῶσιν. Πολιτιανός ἀπὸ Μίλεως εἶπεν: Ὀρθόν ἐστί τὸν ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι. Θεόγνιος ἀπὸ Ἰππόνος ῥηγίου εἶπεν: Ἀκολούθως τῷ μυστηρίῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴς Οὐρανίου Χάριτος, ἣν εἰλήφαμεν, βάπτισμα, ὅ ἐστιν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ, οἴδαμεν. Διατίους ὁ Σεάδης εἶπεν: Ημεῖς ὃ ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν, αἱρετικοῖς οὐ κοινωνοῦμεν, ἐὰν μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῇ, καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λάβῃ. Προβάτος ἀπὸ Ζοφιστοῦ εἶπεν: Ὁ δοκιμάζων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα εἶναι, τί ἄλλο, ἤ τοῖς αἱρετικοῖς κοινωνεῖ; Ὀρτισιανός ἀπὸ Λαβούρνης εἶπε: Καὶ ἡμεῖς ἕν βάπτισμα, ὅπερ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ οἵδαμεν, τοῦτο τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκδικοῦμεν. Κάσιος ἀπὸ Κομαζῶν εἶπε: Ἐπεὶ δύο βαπτίσματα εἶναι οὐ δύναται, ὁ συγχωρῶν τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα, ἑαυτὸν τοῦ βαπτίσματος ἀποστερεῖ. Διὸ ἐπικυρῶ αἱρετικοὺς βαπτίζειν δεῖν, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχωνται, χωρὶς τῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν χωρισθέντων, καὶ ἑαυτοὺς τῷ σκότει τῆς αἱρέσεως προδόντων, οὕς δεῖ ἐπανελθόντας, μόνῃ τῇ χειροθεσίᾳ προσλαβέσθαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Οὐβικοῦ εἶπεν: Εἰ μὴ συγκατατίθεται ἡ πλάνη τῆ ἀληθείᾳ, πολὺ μᾶλλον ἡ ἀλήθεια οὐ συγκατατίθεται τῇ πλάνῃ. Διὸ καὶ ἡμεῖς συνιστάμεθα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ καὶ προκαθεδράσθημεν, ἵνα τοὺς ἐν αὐτῇ μὴ βαπτισθέντας βαπτίσωμεν. Σεκουνδῖνος ὁ ἀπὸ Καλπῶν εἶπεν: Εἰ Χριστιανοί εἰσιν οἱ αἱρετικοὶ, διατὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ εἰσίν; Εἰ δὲ μὴ Χριστιανοί εἰσί, γινέσθωσαν. Δῆλον οὖν ἐπάνω υἱῶν ἀλλοτρίων καὶ σπορᾶς Ἀντιχρίστου, διὰ μόνης χειρεπιθεσίας, μὴ δύνασθαι Ἅγιον Πνεῦμα κατελθεῖν. Οὐικτερῖνος ἀπὸ Θαβάκων εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίσαι, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τί αὐτῶν καταψευδόμεθα, ἵνα αὐτοὺς αἱρετικοὺς ὀνομάσωμεν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Θύνης εἶπεν: Ὀφείλομεν διαβεβαιῶσαι ἵνα πάντες οἱ αἱρετικοί οἱ προσερχόμενοι τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῶσιν, ὅπως ἡ ἔξω γενομένη διαστροφή ἐπανορθωθῇ καὶ ἁγιασθῇ. Κούϊντος ἀπὸ Οὐροὺκ εἶπεν: Εἰ οἱ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτιζόμενοι ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ αἰωνίου ζωῆς τυγχάνουσι, τί πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχονται; Εἰ δὲ εἰς μετάνοιαν ἔρχονται, ἐν ᾗ καὶ ζωοποιοῦνται βαπτίσματι, ὅπερ ἐν τῇ Καθολικῆ Ἐκκλησίᾳ ἐστὶ, βαπτισθῆναι καὶ ἁγιασθῆναι ὀφεῖλουσιν. Κάστος ἀπὸ Δίκης εἶπεν: Ὁ παραπεμπόμενος τὴν ἀλήθειαν, καὶ τῇ συνηθείᾳ ἑπόμενος, ἢ περὶ τοὺς ἀδελφοὺς φθονερός, οἷς ἡ ἀλήθεια ἀπεκαλύφθη. Ἤ πρὸς Θεὸν τόν ἀποκαλύψαντα ἀχάριστος. Εὐκράτιος ἀπὸ Θενῶν εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὀρθῷ καὶ καθολικῷ βαπτίσματι βαπτίζεσθαι δεῖ, ἵνα ἀπονιψάμενοι τὰς ἁμαρτίας ἁγιασθῶσιν. Λίβυσσος ἀπὸ Οὐργάσης εἶπεν: Ὁ Κύριός φησιν• Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια. Ὥστε ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας παραχωρείτω ἡ συνήθεια, ἵνα, εἰ καὶ τὸ προτερόν τις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς αἱρετικοὺς μὴ ἐβάπτισε, νῦν βαπτίσῃ. Λευκῖνος ἀπὸ Θιουίστου εἶπε: Τοὺς γὰρ αἱρετικοὺς ὡς βλασφήμους καὶ ἀνουσίους, πλάνοις λόγοις τὰς Θείας Γραφὰς παραχαράσσοντας, ἀναθεματίζειν δεῖ• καὶ διὰ τοῦτο τοὺς τοιούτους ἐξορκίζειν καὶ βαπτίζειν ὀφείλομεν. Εὐγένιος Ἀμμεδάρων εἶπε: Κᾀγὼ τοῦτο κρίνω, δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μεκκόρας εἶπε: Καὶ αὐτός ἑπόμενος τῷ κανόνι τῶν Θείων Γραφῶν, τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, βαπτίζεσθαι ἀποφαίνομαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Μουδούζης εἶπεν: Αἱρετικοὶ έχουσι βάπτισμα, ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν. Εἰ ἡμεῖς ἔχομεν, αἱρετικοὶ ἔχειν οὐ δύνανται. Ἀμφισβητήσιμον δὲ οὐκ ἔστι τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν τῷ τοῦ Χριστοῦ βαπτίσματι κεχρῆσθαι, τὴν μόνην κεκτημένην χάριν καὶ ἀγάπην καὶ ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ. Ἀδέλφιδος ἀπὸ Θασβέλθης εἶπε: Μάτην τινὲς τῇ ἀληθείᾳ πολεμοῦσι, λέγοντες ἡμᾶς ἀναβαπτίζειν. Ἡ γὰρ Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς οὐκ ἀναβαπτίζει, ἀλλὰ βαπτίζει. Δημήτριος ἀπὸ πολεμόνου εἶπεν: Οἱ λέγοντες, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἀληθῶς καὶ νομίμως βαπτίζουσιν, οὗτοι οὐ μόνον δύο, ἀλλά καὶ πολλά βαπτίσματα εἰσάγουσιν. Ὁπότε γὰρ διάφοροι καὶ πολλαὶ αἱρέσεις εἰσὶ, κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ τὰ βαπτίσματα ἀριθμεῖται. Οὐικέντιος ἀπὸ Θιβάρης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς οἴδαμεν χείρονας τῶν σχισματικῶν ἐὰν δέ μετανοήσαντες θελήσωσιν ἐλθεῖν εἰς κανόνα τῆς ἀληθείας, πρότερον ἐξορκίζειν, ἔπειτα βαπτίζειν αὐτοὺς δεῖ. Τότε γὰρ δύνανται τῆς Χριστοῦ ἐπαγγελίας τυχεῖν. Μάρκος ἀπὸ Μαθάρων εἶπε: Κρίνω ὡς μηδὲν ἔχοντας τοὺς αιρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Σάτιος ἀπὸ Σακιλιβύης εἶπεν: Εἰ τοῖς Αἱρετικοῖς ἐν τῷ βαπτίσματι αὐτῶν ἄφεσις ἁμαρτιῶν γίνεται, μάτην τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέρχονται. Οὐδὲν γὰρ ἐστι τὸ δυνάμενον φοβῆσαι αὐτοὺς, ἐν τῇ κρίσει τοῦ Χριστοῦ, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰληφότας. Αὐρήλιος ἀπὸ Ἀττικῆς εἶπε: Λέγοντος τοῦ Ἀποστόλου ἀλλοτρίαις ἁμαρτίαις μὴ κοινωνεῖν, βαπτίζεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς, ἵνα λάβωσι πρότερον ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ οὕτω αὐτοῖς κοινωνήσομεν. Ἰαμβὸς ἀπὸ Γερμανικείας εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν δοκιμάζοντες βάπτισμα, ἡμέτερον ἀποδοκιμάζουσιν. Λουκιανός ἀπὸ Ῥουκούμης εἶπεν: Εἰ δυνατὸν φῶς καὶ σκότος κοινωνεῖν, δύναται καὶ ἡμῖν καὶ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναί τι κοινόν. Κρίνω οὖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Πελάγιος ἀπὸ Λουπερκιανῆς εἶπεν: Εἰ αἵρεσις οὐκ ἔστιν ἐν Ἐκκλησίᾳ, πῶς δύναται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα; Ἰάδερ ἀπὸ Μηδείας εἶπε: Μία πίστις, ἕν βάπτισμα, ἀλλὰ τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἔξεστι βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μαρδιανῆς εἶπε: Τὰ αὐτά. Παῦλος ἀπὸ Σαβᾶς εἶπεν: Εἰ ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστι, πῶς ἔσται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς ἀληθὲς βάπτισμα, παρ’ οἷς οὐκ ἔστι Θεός; Πομπώνιος ἀπὸ Διονυσιανῆς εἶπεν: Οἱ αἱρετικοὶ οὐ δύνανται βαπτίζειν, οὐδὲ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δοῦναι, οἱ μὴ ἔχοντες ἐξουσίαν λῦσαί τι ἐπὶ τῆς γῆς ἢ δῆσαι. Οὐινάτος ἀπὸ Θηνίσης εἶπεν: Ὁ τὸ βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας τοῖς αἱρετικοῖς κοινῶν, τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ μοιχοῖς παραδίδωσιν. Λυμμός ἀπὸ Ἀσιάγης εἶπεν: Ἡμεῖς ἕν βάπτισμα εἰλήφαμεν, καὶ τούτῳ ἐξακολουθοῦμεν. Ὁ δὲ λέγων, καὶ τοῖς αἱρετικοῖς ἔξεστι βαπτίζειν, δύο βαπτίσματα εἰσάγει. Σατορνῖλος ἀπὸ Ἰουκτοριανῆς εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίζειν ἀνέγκλητοί εἰσιν ἄνομα ποιοῦντες. Οὐδὲ εὑρήσεις διὰ τί αὐτοὺς ὁ Χριστὸς ἐναντίους, ἢ ὁ Ἀπόστολος Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Σατορνῖλος ἄλλος ἀπὸ Συκῆς εἶπε: Οἱ ἐθνικοὶ εἰ καὶ εἴδωλα σέβονται, ὅμως τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ Κτίστην ἐπιγινώσκουσι καὶ ομολογοῦσι Δεσπότην. Εἰς τοῦτον Μαρκίων βλασφημεῖ, καὶ πῶς οὐκ αἰσχύνονται οἱ τὸ Μαρκίωνος βάπτισμα δοκιμάζοντες; Μάρκελλος ἀπὸ Ζάμης εἶπε: Ὁπότε ἄφεσις ἁμαρτιῶν οὐδαμοῦ, εἰ μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δίδοται, ὁ αἱρετικοὺς μὴ βαπτίζων, ἁμαρτωλῷ κοινωνεῖ. Εἰρηναῖος ἀπὸ Οὐλῶν εἶπεν: Εἰ διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία τὸν αιρετικὸν οὐ βαπτίζει, ὅτι ἤδη λέγεται βεβαπτίσθαι, προκρίνει ἡ αἵρεσις καὶ μείζων γίνεται. Δονάτος ἀπὸ Κιβαλινῆς εἶπεν: Ὁ λέγων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς χάριν βαπτίσματος εἶναι, πρότερον ἀποδειξάτω ἐκεῖ Ἐκκλησίαν. Ζώσιμος ἀπὸ Θαραζοῦ εἶπεν: Ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας, παραχωρείτω ἡ πλάνῃ τῇ ἀληθείᾳ. Ἰουλιανὸς ἀπὸ Φιλίππου εἶπε: Γέγραπται, οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν, ἐὰν μὴ ἦ δεδομένον αυτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ• εἰ ἡ αἵρεσις ἐξ οὐρανοῦ ἐστι, δύναται καὶ οὐράνιον βάπτισμα δοῦναι. Φαῦστος ἀπὸ Θημίδης εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν πρὸς τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα ἐνιστάμενοι, ἐκείνους μὲν Χριστιανοὺς, ἡμᾶς δὲ αἱρετικοὺς ποιοῦσιν. Γεμίνος ἀπὸ Φόρμης εἶπε:Ὁ ἅπαξ ἐκρίναμεν, τοῦτο καὶ κατέχομεν• ἵνα τοὺς ἀπὸ αἱρέσεων ἐρχομένους βαπτίζωμεν. Ῥογατιανὸς ἀπὸ Οὔσης εἶπε: Τὴν Ἐκκλησία ὁ Χριστὸς ᾠκοδόμησε, τὴν αἵρεσιν ὁ διάβολος• πῶς οὖν δύναται ἔχειν βάπτισμα Χριστοῦ ἡ συναγωγὴ τοῦ διαβόλου; Θεράπιος ἀπὸ Βουλισμίου εἶπεν: Ὁ τοῖς αἱρετικοῖς τὸ βάπτισμα τὴς Ἐκκλησίας προδιδοὺς, τί ἄλλο ἢ τὴς νύμφης τοῦ Χριστοῦ προδότης γίνεται; Λούκιος ἀπὸ Μεμεράσης εἶπε: Γέγραπται, ὅτι ὁ Θεὸς ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀκούει. Ὁ δὲ αἱρετικὸς ὢν ἁμαρτωλὸς, πῶς ἀκούεται ἐν τῷ βαπτίζειν; Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Οὐαγλακηνῆς εἶπεν: Ἐν τῷ προσδέχεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς ἄνευ τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος, μηδεὶς τὴν συνήθειαν λόγου καὶ τῆς ἀληθείας προκρινέτω. Ἄλλος Σατορνῖλος ἀπὸ Πλουτίμνης εἶπεν: Εἰ δύναται Ἀντίχριστος δοῦναι τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, δύνανται καὶ οἱ αἱρετικοὶ βαπτίζειν, οἱ ονομασθέντες αντίχριστοι. Κουΐντος ἀπὸ Οὐγβᾶς εἶπεν: Ὁ Θεὸς εἷς ἐστι, καὶ Ἐκκλησία μία, καὶ ἕν βάπτισμα. Καὶ πῶς δύναταί τις βαπτισθῆναι ἐκεῖ, ὅπου οὔτε Θεὸς, οὔτε Χριστὸς, οὔτε Ἐκκλησία ἐστί; Ἰουλιανός ἀπὸ Μαρκελλιανῆς εἶπεν: Εἰ δύναται ἄνθρωπος δυσὶ κυρίοις δουλεύειν Θεῷ και μαμωνᾷ, δύναται καὶ τὸ βάπτισμα δυσὶν ὑπηρετεῖν. Τέναξ ἀπὸ Ὁρίων Κελλίων εἶπε: Βάπτισμα ἕν ἐστιν, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὸ βάπτισμα ἀληθές. Ἄλλος Οὐίκτωρ ἀπὸ Ἀσούρας εἶπεν: Ὁμοίως. Δουνατοῦλος ἀπὸ Κάμψης εἶπεν: Ἀεὶ τοῦτο ἐγὼ ἐφρὸνησα, ἵνα οἱ αἱρετικοὶ μηδὲν ἔξω λαβεῖν δυνάμενοι, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔλθωσι, βαπτισθώσιν. Οὐήρουλος ἀπὸ Ῥουσιοκάδας εἶπεν: Ἄνθρωπος αἱρετικὸς οὐ δύναται δοῦναι ὃ μὴ ἔχει, πολὺ μᾶλλον σχισματικὸς, ὃπερ εἶχεν καὶ ἀπολέσας. Πουδευτιανὸς ἀπὸ Κουϊνκόλης εἶπεν: Ἐάν τις ἀπὸ αἱρέσεως ἔλθῃ βαπτισθῆναι αὐτὸν ὀρθῶς καὶ δικαίως κέκριτται. Πέτρος ἀπὸ Ἱππώνος Διαῤῥύτου εἶπεν: Ἐπεὶ ἔν βάπτισμά ἐστιν ἐν μόνη τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τοῦτο τοὺς ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν ἐλθόντας, ὡς μηδὲν ἐκεῖθεν εἰληφότας, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι κρίνω. Ἄλλος Λούκιος ἀπὸ Αὐσάφης εἶπεν: Ἑνὸς ὄντος Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς ἐλπίδος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας, τὰ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς πραττόμενα λύεσθαι δεῖν φημι, καὶ τὺυς ἀπ’ αὐτῶν ἐρχομένους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Τουριτῶν εἶπεν: Ἐγὼ κρίνω, ἵνα ἀκολούθως ταῖς Θείαις Γραφαῖς ἄνομοι παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτισθέντες, ἄν πρὸς τὴν Ἐκκκλησίαν καταφύγωσι, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, ἔνθα πᾶσα ἐξουσία παρὰ τοῦ Θεοῦ δέδοται, βαπτισθώσιν. Πλουτιανὸς ἀπὸ Λαβάνης εἶπεν: Ἐγὼ πιστεύω βαπτίσματι σωτηρίαν μὴ εἶναι, εἰ μὴ ἐν μόνη τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ ὅταν ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γένηται, πιθηκισμὸν εἶναι. Σαλουϊανὸς ἀπὸ Ζυφάλης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς μηδὲν ἔχειν συνέστηκε, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ἡμάς ἔρχονται, ἵνα λάβωσιν, ὃ μὴ ἔχουσιν. Ὀνωράτος ἀπὸ Λούγκης εἶπεν: Ὁπότε ὁ Χριστὸς ἀληθής ἐστι, μᾶλλον τῇ ἀληθείᾳ, ἢ τῇ συνηθείᾳ ἕπεσθαι ὀφείλομεν, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς, διὰ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς ἐρχομένους, ὅτι ἔξω μηδὲν λαβεῖν ἠδυνήθησαν, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι ἁγιάσωμεν. Οὐίκτωρ ἀπὸ Ὀκτύβου εἶπε: Τοῦτο καὶ αὐτὸς φρονῶ, ἵνα οἱ ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενοι, ἀδιστάκτως βαπτισθῶσι. Κλάριος ἀπὸ Μασκούλης εἶπε: Πρόδηλός ἐστιν ἡ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπόφασις ἀποστέλλοντος τοὺς ἑαυτοῦ Ἀποστόλους, καὶ αὐτοῖς μόνοις τὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέποντος, οἷς ἡμεῖς ἐξακολοῦθούμεν, τῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ τὴν Ἐκκλησίαν Θεοῦ κυβερνῶντες, καὶ τοὺς πιστεύοντας βαπτίζοντες• καὶ διὰ τοῦτο οἱ αἱρετικοὶ, οἱ μήτε τὴν ἐξουσίαν ἔχοντες, μήτε τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδὲ βαπτίζειν τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι δύνανται. Σεκουνδιανὸς ἀπὸ Θάμβης εἶπεν: Οὐδαμῶς ὀφείλομεν τοὺς αἱρετικοὺς τῇ ἡμετέρᾳ φιλονικείᾳ ἐνεδρεύειν, ἵνα οἱ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μὴ βαπτισθέντες, ὁπόταν ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως ἔλθῃ, ἡμᾶς αἰτιάσωνται, ὅτι δι’ ἡμᾶς οὐκ ἐβαπτίσθησαν, οὐδὲ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἔλαβον• διόπερ μιᾶς οὔσης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἑνὸς βαπτίσματος, ὅταν πρὸς ἡμᾶς ἔλθωσι, μετὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ βαπτίσματος τυχεῖν ὀφείλουσιν. Αὐρήλιος ἀπὸ Χολλαβῆς εἶπεν: Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος ἐν ἐπιστολῇ αὐτοῦ ἔφη• εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς, καὶ τὴν διαδοχὴν τοῦ Θεοῦ οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, ὁ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς λόγοις αὐτοῦ, καὶ τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς• πῶς οὖν οὗτοι εἰς δεχθῆναι εἰς οἰκίαν τοῦ Θεοῦ δύνανται, ἢ πῶς αὐτοῖς χωρὶς τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος κοινωνῆσαι δυνάμεθα, εἰ μὴ τοῖς πονηροῖς αὐτῶν ἔργοις κοινωνοῦμεν; Βίκτωρ ἀπὸ Γεμέλλων εἶπε: Τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται• ἐπεὶ οὖν σαφές ἐστι, μὴ δύνασθαι αἱρετικόν τινα φωτίσαι, ἅτε δὴ τυφλῶν αὐτῶν ὄντων, τῶν τοιούτων τὸ βάπτισμα οὐδέν ἐστι. Νατόλιος ἀπὸ Οἴας εἶπε: Κᾀγώ παρὼν καὶ Πομπήιος ἀπὸ Σαβράτων, καὶ Διογὰς ἀπὸ Λεπτιμάγνης, οἵπερ ἐνετείλαντό μοι σώματι μὲν ἀπόντες, τῷ δὲ πνεύματι παρόντες κρίνομεν, ὅπερ καὶ πολλοὶ συνεπίσκοποι ἡμῶν, τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνεῖν ἡμῖν μὴ δύνασθαι, ἐὰν μὴ παρ΄ἡμῶν βαπτισθῶσιν. Ἰούνιος ἀπὸ Νεαπόλεως εἶπεν: Ἀπ’ ἐκείνου οὗ ἅπαξ ἐκρίναμεν, οὐ χωρίζομαι• ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς τοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζωμεν. Κυπριανὸς ἀπὸ Καρχηδόνος εἶπε: Τὴν ἐμὴν ἀπόφασιν ὁλόκληρος δείκνυσιν ἐπιστολή πρὸς Ἰοβιανὸν συνεπίσκοπον ἡμῶν γραφεῖσα, τοὺς αἱρετικοὺς κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν καὶ Ἀποστολικὴν μαρτυρίαν ἐναντίους τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστους ὀνομασθέντας, ὁπόταν τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέλθωσι, τῷ ἑνὶ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, βαπτίζεσθαι δεῖν• ἵνα δυνηθῶσι γενέσθαι ἀντὶ ἐχθρῶν φίλοι, καὶ ἐξ Ἀντιχρίστων Χριστιανοί.

ΑΙΡΕΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΙΡΕΣΙΣ ... ΣΥΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Η "αίρεση" και οι "αιρετικοί" στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο Δες το 1ο μέρος: Η σημασία και η ιστορία της λέξεως "αίρεση" Πότε κάτι θεωρείται "αίρεση" και τι περιλαμβάνει στη σύγχρονη εποχή; Μόνο δογματικά ζητήματα ή και εθνική ή κοινωνικά ζητήματα; Πότε κάποιος χαρακτηρίζεται "αιρετικός", και πώς τον αντιμετωπίζει το Εκκλησιαστικό δίκαιο στις διάφορες περιστάσεις στις οποίες μπορεί να εκφρασθεί αυτό το πρόβλημα; Το παρόν άρθρο θα εξετάσει μερικά τέτοια ζητήματα. * 1. Η αποστασία 2. Η αίρεση 3. Το σχίσμα 4. Η παρασυναγωγή 5. Αίρεσις από την αρχαιότητα ως σήμερα 6. Κανονικόν και Εκκλησιαστικόν Δίκαιον 7. Οι αρμοδιότητες της Συνοδικής επιτροπής κατά των αιρέσεων 8. Συνοδική καταδίκη του ρατσισμού (εθνοφυλετισμού) 9. Η εξουσία του λαού της Εκκλησίας Ο Παναγιώτης Ι. Μπούμης, στο "Κανονικόν Δίκαιον", (έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 243-245), μας δίνει μερικές πολύ χρήσιμες πρώτες πληροφορίες για έννοιες όπως η αποστασία, η αίρεση και το σχίσμα: 1. Η αποστασία Αποστασία είναι η απάρνηση της χριστιανικής πίστεως και η αποδοχή άλλης θρησκείας ή η προσχώρηση στην αθεΐα. Στην παρούσα παράγραφο δεν εξετάζουμε την αποστασία ως ένα απλό παράπτωμα, για το οποίο ειλικρινώς μετανόησε ο παραβάτης, αλλ’ ως μία μόνιμη κατάσταση, η οποία διάρκεσε μέχρι το θάνατο του αποστάτη και επισφραγίσθηκε είτε με εκκλησιαστικό αφορισμό, είτε με γραπτή δήλωσή του ότι δεν δέχεται την εκκλησιαστική κήδευση. 2. Η αίρεση Αίρεση είναι η απόκλιση από την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία περιέχεται στην Αγ. Γραφή και στην (σ.τ.κ.: λοιπή) Ιερά Παράδοση, όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, και η εμμονή σ' αυτήν, ή η προσχώρηση σε μία ήδη καταδικασμένη αιρετική ομολογία. Δεν είναι απαραίτητο η απόκλιση να αφορά οπωσδήποτε θεμελιώδες δόγμα, καθ' όσον δεν είναι ορθή ούτε εφικτή η διάκριση των δογμάτων σε θεμελιώδη και μη. Για να χαρακτηρισθεί μια δοξασία ως αίρεση: α) Απαραίτητη είναι η εμφάνιση ή η εκδήλωση της εσφαλμένης δοξασίας είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, είτε με πράξη, είτε τέλος με σκόπιμη παράλειψη κάποιου ουσιώδους στοιχείου της πίστεως. Απλές σκέψεις, οι οποίες προέρχονται π. χ. Από νεανικές ανησυχίες και αμφιβολίες δεν συνιστούν το κανονικό παράπτωμα της αιρέσεως. β) Ο αιρετικός πρέπει να έχει γνώση της διαφοράς μεταξύ της δικής του δοξασίας και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Γι’ αυτόν το λόγο, προτού να καταδικασθεί, πρέπει να ανακρίνεται, ώστε να καθίσταται φανερό, Εάν οι αντιλήψεις του προέρχονται εκ πεποιθήσεως και δεν οφείλονται σε άγνοια. γ) Πρέπει ο αιρετικός να εμμένει και να υποστηρίζει με επιμονή τις απόψεις του και να μην πείθεται στην αρμόδια εκκλησιαστική αρχή. δ) Τέλος αρμόδια να αποφασίζει και να χαρακτηρίζει μια δοξασία ως αίρεση είναι η Εκκλησία, η οποία εξετάζει αυτήν επί τη βάσει της Αγ. Γραφής και της αυθεντικής εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Οι αιρετικοί υπόκεινται στην ποινή του μεγάλου αφορισμού η αναθέματος (ζ' καν. Της Γ' Οικουμ. και α' καν. Της Πενθέκτης). 3. Το σχίσμα Σχίσμα λέγεται η οργανωμένη άρνηση υποταγής στην κανονική τάξη και αρχή της Εκκλησίας και ο αποχωρισμός μιας μερίδας από αυτή με τη σύμπηξη ιδιαίτερης θρησκευτικής κοινότητας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του σχίσματος είναι ότι αυτό συντελείται συνήθως από έναν η περισσοτέρους Επισκόπους μαζί με κληρικούς και λαϊκούς. Εννοείται ότι το βαθύτερο αίτιο του σχίσματος είναι ο εγωισμός και η αλαζονεία του ανθρώπου. Κανένα αμάρτημα μετά τη βλασφημία κατά του αγ. Πνεύματος (Ματθαίος 12, 31) δεν είναι τόσο βαρύ, και κατά τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, όσο η διάσταση της Εκκλησίας, διότι εκείνοι οι οποίοι διαιρούν την Εκκλησία μερίζουν το σώμα του Χριστού (παράβαλλε ιγ', ιδ' και ιε' καν. Της Πρωτοδευτέρας). Η σχισματική εκκλησιαστική κοινότητα συνήθως φθάνει και σε αιρετικές δοξασίες. Για τους ανωτέρω λόγους η δημιουργία Ιδίας θρησκευτικής κοινότητας μακριά από τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ή η προσχώρηση σε σχίσμα τιμωρείται η μάλλον επισφραγίζεται (διαπιστωτική πράξη) με ανάθεμα. 4. Η παρασυναγωγή Η παρασυναγωγή παρουσιάζει ομοιότητα με το σχίσμα. Η παρασυναγωγή γίνεται από έναν η περισσοτέρους ανυπότακτους πρεσβυτέρους (ή και Επισκόπους), οι οποίοι απειθούν στον οικείο Επίσκοπο ή αρχιεπίσκοπο, δεν τον αναγνωρίζουν και δεν τον μνημονεύουν και εκτελούν ιερατικές πράξεις σε ιδιωτικό ναό. Αυτό π. χ. συμβαίνει, όταν μερικοί κληρικοί καταδικασθούν σε αργία ή καθαίρεση και δεν υποταχθούν στους κανόνες και στην απόφαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, αλλά συνεχίζουν να τελούν τα της Ιερωσύνης με τη σύμπηξη δικού τους θυσιαστηρίου (α' καν. Μ. Βασιλείου, ια' καν. Καρθαγένης). Βεβαίως για να χαρακτηρισθεί η αποσκίρτηση ενός πρεσβυτέρου από τον οικείο Επίσκοπο ως παρασυναγωγή, πρέπει να τον ακολουθήσει και λαός. Για την ενέργεια της παρασυναγωγής δεν μπορεί να προβάλει καμιά δικαιολογία ο Πρεσβύτερος, ούτε και εάν ακόμη, όπως αυτός νομίζει, ο Επίσκοπος κηρύσσει δοξασίες αιρετικές. Δεν είναι δε δικαιολογημένος, διότι ο Πρεσβύτερος δεν είναι δυνατόν, εφ’ όσον κατέχει αξίωμα κατώτερο του Επισκόπου, να σφετερισθεί δικαιώματα ανωτέρου, π. χ. συνόδου, και να κρίνει και να καταδικάσει τον Επίσκοπο. Το μόνο που μπορεί, και πρέπει να κάνει, είναι να καταγγείλει αρμοδίως τον αιρετικό ή παραβάτη των κανόνων Επίσκοπο. Όμως προ της αποφάσεως του αρμοδίου εκκλησιαστικού δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρεί τον Επίσκοπο ένοχο και να μην υποτάσσεται σ' αυτόν (παράβαλλε ιβ', ιγ', ιδ' και ιε' καν. Της Πρωτοδευτέρας). 5. Αίρεσις από την αρχαιότητα ως σήμερα Αν και σε προηγούμενο άρθρο αναλύσαμε την ιστορία της λέξεως «αίρεση», είναι χρήσιμο με την ευκαιρία να δούμε επίσης, τη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, (τόμος 1, εκδόσεις Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1962, στ. 1087-1091) που μας λέει τα εξής για το θέμα που εξετάζουμε: Η λέξις αίρεσις εχρησιμοποιείτο εν αρχή μεν παρά τοις αρχαίοις προς δήλωσιν πολιτικής η φιλοσοφικής τίνος μερίδος ή σχολής ή κόμματος, βραδύτερον δε εν τη Κ. Διαθήκη και προς δήλωσιν θρησκευτικής μερίδος, ως π. χ. της των Φαρισαίων εν Πράξ. ιε' 5 και κστ' 5, της των Σαδδουκαίων εν Πράξ. ε' 17, αλλά και αυτών των Χριστιανών (Ναζωραίων) εν Πράξ. κδ' 5 και κη' 22, μάλιστα δε των διαστρεφόντων και νοθευόντων την χριστιανικήν διδασκαλίαν εν Β' Πέτρ. β' 1 και Γαλάτ. ε' 20 (παράβαλλε και Πράξ. κδ' 14). Υπό την τελευταίαν ταύτην έννοιαν επεκράτησεν η χρήσις του όρου αίρεσις μετέπειτα και εν τη εκκλησιαστική γραμματεία. Κατά ταύτα αίρεσις είναι πασά πεπλανημένη διδασκαλία, παρεκκλίνουσα από της γνησίας χριστιανικής πίστεως, άμα δε και πασά ιδιαιτέρα χριστιανική κοινότης, διαφωνούσα προς την δογματικήν διδασκαλίαν της αληθούς Εκκλησίας και αποκοπείσα από της κοινωνίας και ενότητας, μετ' αυτής. Ως απαρχή τούτου δύναται να θεωρηθή η προτροπή εν αρχή μεν του Αποστόλου Παύλου προς Τίτ. γ' 10: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», βραδύτερον δε του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας προς Τραλλιανούς ΣΤ' 1; . «μόνη τη χριστιανική τροφή χρήσθαι, αλλοτρίας δε βοτάνης απέχεσθαι, ήτις εστίν αίρεσις», εν συσχετίσει και προς Εφεσ. στ' 2 (βλ. και Κλήμεντος Αλεξ., Στρωμ. Α'19). Ούτως εχαρακτήριζον εν συνεχεία οι Πατέρες τας έν τη, αρχαία Εκκλησία εμφανισθείσας αιρέσεις, ως βεβαιοί ο Μ. Βασίλειος, γράφων εν τη Α' κανονική επιστολή του, ότι «οι παλαιοί ωνόμασαν αιρέσεις τους παντελώς απερρηγμένους και κατ' αυτήν την πίστιν απληλλοτριωμένους» (παρά Ιωάνν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, Α',, σ. 275), οι δε Ιεροί Πατέρες της Β' Οικουμενικής Συνόδου δια του ΣΤ' κανόνος αυτής απεφήναντο: «αιρετικούς λέγομεν τους τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους μετά ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας, προς δε τούτοις και τους την πίστιν μεν την υγιή προσποιούμενους ομολογείν, αποσχίσαντας δε και αντισυνάγοντας τοις κανονικοίς ημών επισκόποις» (αυτόθι σ. 132). Μικρόν όμως κατά μικρόν επετεύχθη διαφορισμός και επεκράτησε να χαρακτηρίζωνται ως αιρετικοί μεν οι ενσυνειδήτως αποκλίνοντες από της υγιούς πίστεως και απορρίπτοντες εν ή πλείονα δόγματα της Εκκλησίας και εμμένοντες εις τας εαυτών πλάνας και μετά την νουθεσίαν και προτροπήν της Εκκλησίας προς απόπτυσιν αυτών, σχισματικοί δε οι αντισυνάγοντες τοις κανονικοίς επισκόποις και «δι' αιτίας τινάς εκκλησιαστικάς και ζητήματα ιάσιμα προς αλλήλους διενεχθέντες» (Μ. Βασίλειος, αυτόθι σ. 275), άρα οι αποκλίνοντες από της εκκλησιαστικής διοικήσεως και ευταξίας και μη υποτασσόμενοι εις την Εκκλησιαστικήν ιεραρχίαν. Επί τη βάσει των ανωτέρω κριτηρίων εχαρακτηρίσθησαν εν τη εκκλησιαστική αρχαιότητι ως αιρέσεις ένθεν μεν αι λεγόμενοι Ιουδαΐζουσαι (Εβιωναίοι, Ελκεσαίοι, Ναζηραίοι), ένθεν δε αι πολυώνυμαι Γνωστικαί αιρέσεις,και εν συνεχεία αι μεγάλαι αντιτριαδικαί (Μοναρχιανοί δυναμικοί και τροπικοί και μάλιστα οι Σαβελλιανοί, Αρειανοί και Πνευματομάχοι) και Χριστολογικαί αιρέσεις (Απολλιναρισταί, Νεστοριανοί, Μονοφυσίται, Μονοθελήται και άλλοι). Παραλλήλως ονομαστοί αρχαίοιαιρετικοί έγιναν άλλοι τε και οι Δοκηταί, Εγκρατίται, Μαρκιωνίται, Μανιχαίοι, Μοντανισταί, Χιλιοστοί, Δονατισταί, Πελαγιανοί, Παυλικιανοί, Υιοθετισταί, Καθαροί, κ. λ. π., περί ων γίνεται ειδικός λόγος εν τοις οικείοις όρθροις, και δια τούτο αποφεύγομεν ενταύθα να ομιλήσωμεν περί της αρχής, της Ιστορικής αναπτύξεως και των πλανών εκάστης εκ των αιρέσεων τούτων. Τα αυτά κατ’ αναλογίαν κριτήρια δύνανται βεβαίως να εφαρμοσθούν προς χαρακτηρισμόν και των μετά τα μεγάλα εκκλησιαστικά σχίσματα του ΙΑ' και του ΙΣΤ' αιώνος εμφανισθεισών εν τη Δύσει νεωτέρων αιρέσεων, και μάλιστα των πολυαρίθμων προτεσταντικών, τουθ’ όπερ εγένετο πράγματι υπό τίνων μεταγενεστέρων ελασσόνων τοπικών ορθοδόξων Συνόδων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, περί ων επραγματεύθημεν εν τοις έργοις ημών «Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός» και «Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας». Απόκειται δε μελλούση τινί Πανορθοδόξω Συνόδω, όπως καθορίση αυθεντικώς, τίνες, δέον να χαρακτηρίζωνται ως νεώτεραι αιρέσεις εκ των πολυαρίθμων και ποικιλώνυμων εκκλησιαστικών κοινοτήτων της Δύσεως, των απεσχισμένων από της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων και περί καίρια δόγματα προς αυτήν διαφωνουσών. Τέλος δέον να προστεθή, ότι, καθώς η αρχαία Εκκλησία κατεπολέμει αείποτε τας αιρέσεις, ικανοί δε Πατέρες έγγραφον ειδικά κατ' αυτών συγγράμματα, ούτω και η συνεχίζουσα αληθώς εκείνην Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία, δικαιούται και οφείλει να καταπολεμή τας διαστρέφουσας την δογματικήν πίστιν και διασπώσας την Εκκλησιαστικήν ενότητα νεωτέρας αιρέσεις, αποκόπτουσα από του εκκλησιαστικού σώματος τους αιρετικούς, οίτινες, απομακρυνόμενοι της «ζωοποιού ρίζης, της εις Χριστόν πίστεως, και ξηραινόμενοι, βάλλονται έξω» (Μ. Βασιλείου, Εις Ησ. Α' 19, PG 30, 149. Βλ. και επιστολάς 69 και 114, PG 32, 432 και 529). Εν τούτω η Εκκλησία ακολουθεί το παράδειγμα των Αποστόλων, εξ ων ο Πέτρος προλέγει την εμφάνισιν ψευδοδιδασκάλων, «οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απώλειας», παραπέμπων αυτούς και τους οπαδούς αυτών εις την «απώλειαν» (Β' Πέτρ. β' 1 κ. εξ. ) το αυτό πράττει και ο Παύλος, ιδίως εν ταις ποιμαντικαίς επιστολαίς του, αναθεματίζων τους ταράσσοντας τους πιστούς και «θέλοντας μεταστρέψαι το Ευαγγέλιον του Χριστού» (Γαλάτ. α' 7-8)/ Τέλος και ο Ιωάννης παραγγέλλει, όπως οι πιστοί μη δέχωνται τους αιρετικούς εις τας οικίας των και χαίρειν αυτοίς μη λέγωσι, διότι είναι πλάνοι και αντίχριστοι (Α' Ιωάνν. δ' 3, Β' Ιωάνν. 7 και 10). Εν συνεχεία δε οι Ιεροί Πατέρες και αι εκκλησιαστικοί Σύνοδοι διεξήγαγον τους μακρούς αγώνας κατά των διαφόρων αιρετικών και δια πολλών Ιερών κανόνων απηγόρευσαν την συμμετοχήν των αιρετικών εις τα μυστήρια και την λατρείαν της Εκκλησίας, έτι δε και αυτήν την μετ' αυτών συμπροσευχήν των πιστών (Αποστ. μδ', με', μστ', Α΄ Οικ. Συν. ιδ', Πενθ. 72 κ. άλ., ως και μεταγενέστεροι κανονικοί διατάξεις). Περιττόν να σημειωθεί, ότι ο κατά των αιρετικών ιερός «πόλεμος» της Εκκλησίας δέον να διεξάγηται ουχί δια βίαιων και αστυνομικών μέσων, αλλά δια πνευματικών και ιδίως δια της διδασκαλίας και της διαφωτίσεως και της πειθούς, μετά «πολλής της επιεικείας» και αγάπης, επιδιώκων όπως τους πλανωμένους αιρετικούς «από νεκρούς ζώντας κατασκευάσα» και «κείμενους αναπείση» εις σωτηρίαν, την δε «πλάνην εκβαλείν και την σηπεδόνα εκκαθάραι», θίγων ούτως «ου τον αιρετικόν, αλλά την αίρεσιν, ου τον άνθρωπον, αλλά την πλάνην» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις άγ. Ιερομ. Φωκάν Β', PG 50, 700/1). Επί πλέον ούτως επιτελεί η Εκκλησία και ύψιστον καθήκον αμύνης κατά του φανατικού εκ μέρους των αιρέσεων διωγμού αυτής και του αθεμίτου προσηλυτισμού των τέκνων της, έτι δε κατά τού κινδύνου τούτο μεν παραχαράξεως του περιεχομένου της χριστιανικής πίστεως, ιδίως δι' αμαθούς και αυθαιρέτου παρερμηνείας της Αγίας Γραφής, τούτο δε διασπάσεως της εκκλησιαστικής ενότητος, όπερ ευλόγως εθεωρείτο υπό των αγίων Πατέρων ως μέγα ανοσιούργημα, το οποίον τα μάλιστα «παροξύνει τον Θεόν», και ως «πάντων ολεθριώτερον το δισπάσθαι την Εκκλησίαν», τούτου δ' ένεκεν «ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Εφεσ. Ομιλ. ΙΑ' 4, υπόθεσις της προς Κορινθίους Α' επιστολής, PG 62, 85 και 61, 11). ΙΩ. Ν. ΚΑΡΜΙΡΗΣ 6. Κανονικόν και Εκκλησιαστικόν Δίκαιον Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αιρέσεως, απαιτείται η άρνησις ή διαστροφή των κανόνων, ήτοι: 1) να εκδηλωθή εξωτερικώς, είτε εγγράφως (δια συγγράμματος κ. λ. π. ), είτε προφορικώς (δια κηρύγματος κ. λ. π. ), είτε εμπράκτως (δια παραλείψεως ή προσθήκης φράσεων ή συμβολικών κινήσεων εις το τελετουργικόν της Θ. Λειτουργίας κ. λ. π. ), 2) να γίνη από σκοπού και εκ προθέσεως, διότι εκ παραδρομής ή εκ συγγνωστής πλάνης δεν διαπράττεται αίρεσις και 3) να επιμείνη εις την πλάνην του ο δράστης, διότι δεν θεωρείται αιρετικός εκείνος όστις πρεσβεύει μεν πεπλανημένος, νουθετούμενος όμως ανακαλεί και απαρνείται τας κακοδοξίας του. Καθ' όσον το πανάσθαι ανθρώπινον, το εμμένειν όμως εις την πλάνην και μη απορρίπτειν ταύτην μετά γενομένην υπόδειξιν, εφάμαρτον και δαιμονικόν, ως εμφαίνον υπεροψίαν και ύβριν κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αίρεσις προϋποθέτει πάντως την παραδοχήν της δια της Ενσαρκώσεως του Θείου Λόγου οικονομίας. Καθ' όσον εν εναντία περιπτώσει δεν υφίσταται αίρεσις, αλλ’ αποστασία ή αθεΐα. Ο Μέγας Βασίλειος εις τον α' κανόνα αυτού (εις Συντ. Α΄ σ. 89) χαρακτηρίζει τους αιρετικούς ως «παντελώς απερρηγμένους και κατ' αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους». Ο δε Ζωναράς εις σχόλιόν του επί του στ' κανόνος της εν Κωνσταντινουπόλει Β' Οικουμενικής Συνόδου (εις Συντ. Β' σ. 182), ως τοιούτους αποκαλεί «τους παρά την Ορθόδοξον πίστιν δοξάζοντας, καν πάλαι απεκηρύχθησαν, καν προσφάτως, καν παλαιαίς αιρέσεσι κοινωνώσι, καν νέαις» (βλ. και Ματθαίου μοναχού ή Βλαστάρη, Σύνταγμα κατά στοιχείον, εις Σύντ. ΣΤ' σ. 57-75, σημείωμα, δι' ου διεγνώσθη ο μοναχός Νήφων ως Βογόμηλος, εις Συντ. Ε' σ. 90, Θεοδώρου του Στουδίτου Ι, επ. 40 έκδ. Firm, σ. 259, σχόλιον Βαλσαμ. εις καν. κβ' [λ'] Καρθ. εις Σύντ. Γ' σ. 365, σχόλιον Ζωναρά εις καν. ιδ' της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, εις Σύντ. Β' σ. 252). Από των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, ενεφανίσθησαν ενίοτε εις συγγράμματα Χριστιανών συγγραφέων ιδέαι αποκλίνουσαί πως της ορθής πίστεως, ως αυτή μετέπειτα ρητώς και σαφώς καθωρίσθη και διεμορφώθη υπό της ορθοδόξου θεολογίας. Αι ιδέαι των όμως αύται δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως αιρετικαί, αποκλείουσαι, αύται μόναι, τους δοξάζοντας ταύτας, της εις την στρατευόμενην Εκκλησίαν θέσεώς των, ασφαλώς δε και της εις την θριαμβεύουσαν αιωνίου δόξης. Διότι άλλο κακοδοξία και ετεροδοξία και άλλο αίρεσις. Τούτο προσεπικύρουν ο στ' κανών της Β' Οικουμενικής Συνόδου και ο ιε' κανών των εν Κωνσταντινουπόλει Α' και Β' Συνόδων του έτους 861 (εις Συντ. Β' σ. 180, 693), οι οποίοι ως αίρεσιν χαρακτηρίζουν την κακοδοξίαν εκείνην, ην ως τοιαύτην απεφήναντο και κατεδίκασαν αι σύνοδοι και οι της Εκκλησίας Πατέρες. Υπεστηρίχθη ουχ' ήττον και η γνώμη, ότι όχι μόνον η επί θεμελιώδους, αλλά και η επί παντός δόγματος διαφωνία συνιστά αίρεσιν. Διότι πάντα τα δόγματα της Εκκλησίας έχουν την αυτήν σπουδαιότητα και δεν δύνανται να διακριθούν εις θεμελιώδη και μη τοιαύτα. Η άποψις αυτή στηρίζεται εις τας διατάξεις του εν Cod. Just. I 5, 2, Βασιλ. A' 1, 22 νόμου των αυτοκρατόρων Γρατιανού, Ουαλεντινανού Α' και Θεοδοσίου Α' (έτους 379), καθ' ον «αιρετικός πας ος και μικρώ υποδείγματι παρά το της Καθολικής Εκκλησίας δόγμα ή της ευθείας εφάνη τραπείς»… Κατά τον Παύλον (Α' Κορ. ια' 19), ο Θεός επιτρέπει να υπάρχουν μεταξύ των Χριστιανών ψευδείς διδασκαλίαι (αιρέσεις), αίτινες δημιουργούν μεν ρήγματα εις την ενότητα της Εκκλησίας, προκαλούν όμως κρίσιν, η οποία επιτρέπει εις τους σταθερούς και γνησίους (δοκίμους) Χριστιανούς, να εκδηλώσουν εντόνως την ορθήν πίστιν των. Από της αποστολικής εποχής ήρχισαν ν' αναφαίνονται αιρέσεις. Τούτο αναφέρεται από τον Παύλον, όστις αναθεματίζει τους διαστρέφοντας το Ευαγγέλιον (Γαλάτ. α' 9, Α' Τιμ. α' 20). Επίσης ο Πέτρος ομιλεί περί ψευδοδιδασκάλων, οι οποίοι θα διδάξουν «αιρέσεις απώλειας» και οίτινες θα τιμωρηθούν αυστηρότατα από τον Θεόν (Β' Πέτρ. β' 1 κ. εξ. ). Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης ονομάζει τους αιρετικούς «αντίχριστους» και συνιστώ εις τους πιστούς να μη τους συναναστρέφωνται (Α' Ιωάνν. δ' 3, Β' Ιωάνν. 7 και 10). Με βάσιν τας αποστολικός αυτάς κατευθυντηρίους γραμμάς, η Εκκλησία, προς περιφρούρησιν της Ορθοδοξίας, μετήλθεν ανέκαθεν αυστηρά μέτρα κατά των αιρετικών. Εκκλησιαστικώς, η αίρεσις τιμωρείται επί κληρικών μεν δια της ποινής της καθαιρέσεως, επί λαϊκών δε δια της ποινής του αναθέματος (Γάγγρας, προοίμιον και passim, καν. ζ' της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, Cod. Just. I 1, 3 [έτους 448], καν. α' Πένθ. ). Κατά δε το Άρθρον 8 του Καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 671/1943 κυρωθείς δια της υπ' αριθ. 184/1946 πράξεως του υπουργ. Συμβουλίου), κατά των αιρετικών επιβάλλεται προσωπικός αφορισμός υπό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου τη εγκρίσει του υπουργού θρησκευμάτων. Δι' άλλων κανόνων, επιδιώκεται η απομόνωσις των αιρετικών και η απ' αυτών κατασφάλισις της Ορθοδοξίας (παράβαλλε την εν έτει 1848 κοινήν Εγκύκλιον των τεσσάρων ορθοδόξων πατριαρχών και των περί αυτούς Ιερών Συνόδων καθ' ην : «άπαντες οι εν αιρέσει ή σχίσματι εκουσίως ενεδύθησαν κατάραν ως ιμάτιον, καν τε… πατριάρχαι, καν τε λαϊκοί, καν τε κληρικοί καν άγγελος εξ ουρανού»). Ούτω οι εισερχόμενοι εις συναγωγήν Ιουδαίων ή αιρετικών, ίνα προσευχηθούν μετ' αυτών, κληρικοί μεν όντες καθαιρούνται, λαϊκοί δε αφορίζονται (καν. ξδ' Αποστ., φερόμενος ως ξε' εις το Πηδάλιον, θ' και λγ' Λαοδ., β' αντιοχ. ). κατά δε τον καν. ι' Αποστ., οι εν οίκω ακοινωνήτοις (εν οις και οι αιρετικοί) συμπροσευχόμενοι αφορίζονται. Διότι, κατά σχόλιον του Αριστηνού, «ο συνευχόμενος ακοινωνήτω ταυτοκατάκριτος». Επίσης Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι ή Διάκονοι επιτρέποντες εις αιρετικούς να τελέσουν τι ως κληρικοί, καθαιρούνται (καν. με' Αποστ.). Επίσκοποι δε ή Πρεσβύτεροι δεχόμενοι τα βαπτίσματα και τας θυσίας των αιρετικών ή αναγνωρίζοντες τας διδασκαλίας αυτών καθαιρούνται (καν, μστ' Αποστ. και δ' της Γ' Οικουμενικής Συνόδου). Κατά την απόφασιν όμως Συμβουλ. Επικρατ. (ολομέλ. 662/ 1956), οι καν. ι', με', ξε' Αποστ. συνεπαγόμενοι διοικητικά καταναγκαστικά μέτρα κατά μη κληρικών δεν τυνχάνουν της από του αρθρ. 2 του Συντάγματος κατοχυρώσεως, ήτις παρέχεται μόνον εις τους πνευματικού περιεχομένου κανόνας. Κατά το βυζαντινό ρωμαϊκόν Δίκαιον, αίρεσις ήτο αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου, συνεπήγετο δε επιζήμιας δια τον αιρετικόν αστικός και, ειδικώτερον, περιουσιακάς συνεπείας. Αύται όμως δεν ίσχυσαν παρ' ημίν, λόγω της υπό του Συντάγματος (Άρθρα 1 και 2 του από του έτους 1952 ισχύοντος νυν τοιούτου), καθιερουμένης ανεξιθρησκείας. Κατά το Κανονικόν Δίκαιον, οι αιρετικοί τυγχάνουν δυσμενούς μεταχειρίσεως και υπόκεινται εις ωρισμένας στερήσεις εις τας μετά των Ορθοδόξων σχέσεις των. Ούτω στερούνται παντός εκκλησιαστικού αξιώματος. Δεν δύνανται να εξετάζονται ως μάρτυρες υπό εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, ουδέ να υποβάλλουν κατηγορίαν κατ' Ορθοδόξου κληρικού, εκτός εάν ούτοι υπήρξαν οι παθόντες εις το υπό δίωξιν αδίκημα (ν. 5383/1932, αρθρ. 101 εν συνδ. προς το 68, εδάφ. β-γ, καν. στ' της Β' Οικουμενικής Συνόδου και σχόλια Ζωναρά και Βαλσ. εις καν. ρκθ' Καρθ., εξ Συντ. Γ' σ. 596). Δεν δύνανται να λαμβάνουν τα μυστήρια, ουδέ να εξομολογούνται εις Ορθόδοξον Ιερέα (βλ. την από του έτους 1724 συνοδικήν απόκρισιν πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου του Γ' προς τον μητροπολίτην Άρτης, εις Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Β', σ. 427). Δεν δύνανται να συνάψουν γάμον μετ' ορθοδόξου, ο τυχόν δε τελεσθησόμενος κηρύσσεται άκυρος (καν. οβ' Τρούλλου). Ειδικώς δε εις κληρικούς, αναγνώστας και ψάλτας ότι, απηγορεύθη όπως τα τέκνα των συνάπτουν γάμον μεθ' αιρετικού, εκτός εάν ούτος ήθελεν υποσχεθή ότι θα αναγνωρίση την ορθήν πίστιν (καν. ι' και λα' Λαοδ., κα' Καρθ., ιδ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου). Παρ' ημίν ο γάμος ορθοδόξου μεθ' ετεροδόξου χριστιανού επετράπη δια του από 15/10/1861 νόμου «περί μικτών γάμων», τούτου όμως καταργηθέντως δια της εισαγωγής του Α. Κ. (άρθρον 75 Εισαγωγ. Νόμου Α. Κ. ), ισχύει ήδη το άρθρον 1367 του Α. Κ., καθ’ ό ο γάμος ούτος είναι έγκυρος εφ’ όσον ιερολογηθή υπό ορθοδόξου ιερέως. Δεν δύνανται οι αιρετικοί να γίνουν ανάδοχοι ορθοδόξων (βλ. Απόκρισιν πατρ. Αντιοχείας Θεοδώρου του Βαλσαμώνος εις ερώτησιν, εις Σύντ. Α΄ σ. 476, το από του έτους 1749 συνοδικόν γράμμα του πατρ. Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου του Ε' του Καρακάλου, απειλούντος δια καθαιρέσεως ιερείς δεχόμενους Λατίνους ως αναδόχους βαπτιζομένου και την από 23 -10- 1836 Εγκύκλιον ΙΣΕΕ). Δεν κηδεύονται ούτοι Εκκλησιαστικώς και δεν τυγχάνουν των μετά θάνατον μνημοσύνων, των τελευταίων επιτρεπομένων υπό της Εκκλησίας μόνον κατ' οικονομίαν. Επιτρέπεται όμως εις τους αιρετικούς όπως ακροώνται εν ορθοδόξω ναώ του θείου κηρύγματος, καθ' όσον ούτω ευχερέστερον θα προσέλθουν εις την Ορθοδοξίαν. Η καταδίκη των αιρετικών δύναται να πραγματοποιηθή και μετά θάνατον. Τούτο ρητώς θεσπίζει η Ομολογία πίστεως του Ιουστινιανού (Συντ. Ε' σ. 211), καθ' ην «πας αιρετικός μέχρι τέλους τη οικεία πλάνη εμμείνας, δικαιότερον διηνεκεί αναθεματισμώ και μετά θάνατον υποβάλλεται». Ούτω οι αιρετικοί Ουαλεντίνος, Βασιλείδης, Μαρκίων, Κήρινθος, Ευνόμιος, Βόνοσος και Θεόδωρος ανεθεματίσθησαν μετά θάνατον. Η ρηθείσα Νεαρά, δικαιολογούσα την μεταθανάτιον καταδίκην τούτων, λέγει, ότι και οι Απόστολοι μετά την Ανάληψιν του Κυρίου κατεδίκασαν τον τεθνηκότα Ιούδαν και έτερον εις αντικατάστασιν αυτού εξέλεξαν (Πράξ. α' 25). Άλλως τε και αυτός ο Κύριος τους μεν ασεβείς, έτι ζώντας, ονομάζει νεκρούς (οίοι οι αιρετικοί), τους δε αποθανόντος δικαίους αποκαλεί ζώντας (Ματθαίος η' 22 και κβ' 32). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Μελετ. Σακελλαρόπουλου, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1898. Nio Milasch, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, μετάφρασις Μ. Αποστολόπουλου, Αθήναι 1906. Κ. Μ. Ράλλη. Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1907. Ευαγγ,. Φιλιππότου, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου, -Αθήναι 1912. Κ. Μ. Ράλλη Εγχειρίδιον Εκκλησιαστικού Δικαίου, Αθήναι 1927, Γ. Ράμμου, Στοιχεία Ελληνικού Εκκλησιαστικού Δικαίου, Αθήναι 1947. Αναστ. Χριστοφιλόπουλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, -Αθήναι. ΓΕΩΡΓ. Δ, ΚΑΧΡΙΜΑΝΗΣ 7. Οι αρμοδιότητες της Συνοδικής επιτροπής κατά των αιρέσεων Σύμφωνα με τον "Κώδικα Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος", (Πρόδρομος Ι. Ακανθόπουλος, έκδ. Γ', Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 1290-1291 Κανονισμός 160/2004, Άρθρον 22 Σ. Ε. Επί των Αιρέσεων), της Σ. Ε. Επί των Αιρέσεων έργον ιδία είναι: 1. Η μελέτη του σκηνικού, του τρόπου δράσεως και των προπαγανδών των δραστηριοποιουμένων αιρετικών και παραθρησκευτικών ομάδων και ατόμων. 2. Η εγκαιρος ενημέρωσις των υπευθύνων ποιμένων της Εκκλησίας και η, δια της Ο. Ι. Σ., επιμόρφωσις των εκκλησιαστικών στελεχών επί ζητημάτων αντιμετωπίσεως των ειρημένων προπαγανδών, δι' ετησίων τακτικών συνελεύσεων των υπευθύνων των Ιερών Μητροπόλεων και αποστολής κατατοπιστικών εγκυκλίων υπομνημάτων. 3. Η οργάνωσις και ο συντονισμός της ομολογιακής και αντιρρητικής διακονίας της Εκκλησίας εν συνεργασία μετά των ομοειδών φορέων των ομόδοξων Εκκλησιών. 4. Η υποχρεωτική, άμεσος, αμοιβαία ενημέρωσις των Γραμματέων των συναρμοδίων Σ. Ε. και Ειδικών Σ. Ε., επί των προβλημάτων, των πορισμάτων και των αποφάσεων εκάστης τούτων, προς αξιοποίησιν όπου δει- εις τα επί μέρους ποιμαντικά προγράμματα αυτών. 5. Η συνεργασία μετά φορέων ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ασχολουμένων με το αυτό αντικείμενον. 6. Η παρακολούθησις της αιρετικής και αντιαιρετικής βιβλιογραφίας και η δημιουργία αρχείου και βιβλιοθήκης. 7. Η ποιμαντική αντιμετώπισις περιπτώσεων θυμάτων ή των οικογενειών αυτών. 8. Η νομική επεξεργασία κειμένων και η αντιμετώπισις περιπτώσεων, εν συνεργασία μετά της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας. 9. Η έκδοσις ενημερωτικών φυλλαδίων, κατά το δυνατόν εκλαϊκευμένων, προς πλήρη, σαφή, αντικειμενικήν και τεκμηριωμένην πληροφόρησιν των εφημερίων, των κατηχητών και του λαού επί των ολεθρίων αποτελεσμάτων της προπαγανδιστικής και ύπουλου δράσεως των δραστηριοποιουμένων αιρετικών και παραθρησκευτικών ομάδων και ατόμων, κυρίως δε προς σαφή οριοθέτησιν και εμπέδωσιν της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως και ζωής έναντι των τοιούτων διδασκαλιών. 10. Η διερεύνησις του ενδεχομένου προβολής των αντιρρητικών θέσεων της Εκκλησίας δια των ηλεκτρονικών μέσων πληροφορήσεως εν Ελλάδι και εκτός αυτής. 11. Η διοργάνωσις πανελληνίων και διορθοδόξων Συνεδρίων. 12. Η συνεργασία μετά των κρατικών Αρχών και η ενημέρωσις αυτών επί της δράσεως των αιρέσεων, παραθρησκειών και άλλων κινημάτων προσβαλλόντων τα ανθρώπινα δικαιώματα. 13. Η παρακολούθησις της ελληνικής και διεθνούς νομολογίας επί των αιρέσεων και των παραθρησκειών. 8. Συνοδική καταδίκη του ρατσισμού (εθνοφυλετισμού) Εκτός από εμφανώς δογματικά ζητήματα τα οποία αποτελούν αίρεση, υπάρχουν και ζητήματα που αν και εμφανίζονται ως «κοινωνικά», «εθνικά» ή «πολιτικά», στην πραγματικότητα ενέχουν και βαθύτερη σωτηριολογική διάσταση και αντιμετωπίζονται ως δογματικά. Μεταξύ των δογματικών και συμβολικών κειμένων ή μνημείων της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 519 στα Δογματικά και Συμβολικά κείμενα που παρατίθενται, αναφέρεται με αρίθμηση: "κβ) Όρος της εν Κωνσταντινουπόλει Τοπικής Συνόδου του 1872 κατά του εθνοφυλετισμού". Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού έγινε επ’ αφορμή το ότι ο έξαρχος της Εκκλησίας Βουλγαρίας (1872-1877) Άνθιμος, ανέπτυξε εθνοφυλετικές διεκδικήσεις των Βουλγάρων. Ήθελαν να ιδρύσουν αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία όχι εντός των γεωγραφικών ορίων του κράτους μόνο, αλλά να περιλαμβάνει όλους τους Βουλγάρους που ζούσαν εντός της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ώστε να διαμορφώσουν μια νέα Ορθόδοξη Εκκλησία εντός των ορίων μιας άλλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 1872 να καταδικαστεί από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως ο Άνθιμος, ως σχισματικός ηγέτης σχισματικής Εκκλησίας. Στην περίπτωση αυτή ο εθνοφυλετισμός καταδικάζεται επειδή έχει σκοπό να διαταράξει την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Είχε ως σκοπό να κανονίσει ότι πιστοί πολλών εθνών πρέπει να ανήκουν σε μία Εκκλησία για να μη χωρίζονται λόγω της εθνότητας τους, γιατί το να σχίζει κάποιος το Σώμα του Χριστού επί τη βάσει εθνικιστικών διαφορών, αποτελεί σωτηριολογική αίρεση «Σας παρακαλώ δε, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να λέτε όλοι το ίδιο, και να μη υπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα, αλλά να είστε εντελώς ενωμένοι, έχοντας το ίδιο πνεύμα και την ίδια γνώμη… » (Α΄ Κορινθίους 1/α: 10,13). Η Σύνοδος του 1872, για να φτάσει να διατυπώσει τον Όρο, προφανώς θεώρησε ότι ο εθνοφυλετισμός ως έννοια, αντιβαίνει στη διδασκαλία της Εκκλησίας, οπότε δεν θα πρέπει κάποιος να είναι συνειδητά ρατσιστής και να διαδίδει θεωρίες για τέτοιους διαχωρισμούς. Ακόμα και εκτός της Εκκλησίας, η κατάτμηση της ανθρωπότητας σε αλληλομισούμενες εθνικές ομάδες, εμπίπτει στην αίρεση, γιατί έρχεται σε σαφή αντίθεση με ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΑ σημεία της Χριστιανικής διδασκαλίας. «Καθένας που μισεί τον αδελφό του, είναι ανθρωποκτόνος• και ξέρετε ότι κάθε ανθρωποκτόνος δεν έχει αιώνια ζωή, που να μένει μέσα του» (Α΄ Ιωάννου 3/γ: 15). Η σωτηριολογική διάσταση του θέματος του Εθνικισμού αποτυπώνεται και σε άλλα χωρία της Αγίας Γραφής, όπως για παράδειγμα τα ακόλουθα που δείχνουν τη σωτηριολογική διάσταση της ένωσης όλων ανεξαιρέτως των Εθνών στη μετά Χριστόν εποχή, με τον Ισραήλ: «Επειδή, λέω σε σας, τα έθνη, (εφόσον μεν εγώ είμαι απόστολος των εθνών, τη διακονία μου δοξάζω), 14 ίσως παρακινήσω σε ζηλοτυπία αυτούς που είναι σάρκα μου, (τους Ιουδαίους) και σώσω μερικούς απ' αυτούς. 15 Επειδή, αν η αποβολή τους είναι συμφιλίωση του κόσμου, τι θα είναι η πρόσληψή τους, παρά ζωή από τους νεκρούς; 16 Και αν η ζύμη είναι άγια, είναι και το φύραμα• και αν η ρίζα είναι άγια, είναι και τα κλαδιά• 17 αλλά, αν μερικά από τα κλαδιά αποκόπηκαν, εσύ μάλιστα, ενώ ήσουν αγριελιά, μπολιάστηκες ανάμεσα σ' αυτά, και έγινες ενεργά συμμέτοχη με τη ρίζα και με το πάχος τού ήμερου ελιόδεντρου, 18 μη καυχάσαι σε βάρος των κλαδιών• αν, όμως, καυχάσαι σε βάρος τους, εσύ δεν βαστάζεις τη ρίζα, αλλά η ρίζα εσένα… 21 επειδή, αν ο Θεός δεν λυπήθηκε τα φυσικά κλαδιά, πρόσεχε μήπως δεν λυπηθεί ούτε εσένα. 22 Δες, λοιπόν, την αγαθότητα και την αυστηρότητα του Θεού• επάνω μεν σ' εκείνους που έπεσαν, την αυστηρότητα• επάνω δε σε σένα, την αγαθότητα, αν επιμείνεις στην αγαθότητα• επειδή, διαφορετικά, κι εσύ θα αποκοπείς» (Ρωμαίους 11/ια: 13-18, 21,22). Τα περί της Συνοδικής Καταδίκης του Εθνοφυλετισμού, ο π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός τα συνοψίζει ως εξής: «Οποίος δεν συμφωνεί με τον υπερεθνικό (που είναι συνάμα και εθνικός) χαρακτήρα της Ορθοδοξίας μπορεί να την αρνηθεί, μένοντας εγκλωβισμένος στον τυφλό εθνικισμό του, δεν μπορεί όμως να απαιτήσει την αλλοτρίωση της Ορθοδοξίας και την πρόσληψη από αυτήν εθνικιστικών/ φυλετικών κριτηρίων. Ο εθνοφυλετισμός (ρατσισμός) στην Πίστη έχει καταδικασθεί το 1872 (σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη) ως αίρεση» ("Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;", 3η έκδ., Αρμός, 2003, σελ. 94). Για όποιον θέλει να εμβαθύνει στο θέμα του εθνικισμού ως αντιχριστιανικής αιρέσεως, σχετικό εκτενές βιβλίο του σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου, για τη Συνοδική καταδίκη του Εθνοφυλετισμού ως αιρέσεως, μπορεί να βρεί σε ψηφιακή μορφή στην ιστοσελίδα της ΟΟΔΕ, στον παρόντα δεσμό. 9. Η εξουσία του λαού της Εκκλησίας Πέρα όμως από όλα τα παραπάνω "νομικά", στην πράξη, υπάρχει και ένας ακόμα καταλυτικός παράγοντας που επηρεάζει το θέμα που εξετάζουμε, και αυτός ο παράγων είναι η Χάρις του Θεού και η εξουσία του ιδίου του λαού της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι (σαν άλλες θρησκείες) μία "πυραμίδα", στην οποία η ηγεσία "αποφασίζει και διατάζει". Δεν υπάρχει κανένας αλάθητος Πάπας, ούτε ανθρώπινο κεντρικό δογματικό όργανο, που να ρυθμίζει με απόλυτο και δήθεν αλάθητο τρόπο, το τι είναι αίρεση και το τι δεν είναι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου, ως Θεανθρώπινος οργανισμός, και ως "ζώντες λίθοι" (Α΄ Πέτρου 2/β: 5) που είναι, ΟΛΑ ΤΗΣ ΤΑ ΜΕΛΗ που πιστεύουν και λειτουργούν ως Σώμα Χριστού, λειτουργεί ολόκληρη στην αποδοχή ή όχι των δογμάτων. Στην Εκκλησία τα δόγματα καθορίζονται "εν Πνεύματι" από τα μέλη της εκείνα που βρίσκονται στον Φωτισμό ή στη Θέωση, και όχι κατ' ανάγκην από την ηγεσία. Ακόμα και οι Συνοδικές αποφάσεις, αναδεικνύονται Θεόπνευστες, μόνο και μόνο επειδή τις εισηγήθηκε Φωτιζόμενος ή Θεούμενος Χριστιανός, και όχι επειδή τις εισηγήθηκε Ιεράρχης, πλειοψηφία ή Σύνοδος. Οι άγιοι είναι αυτοί που δίνουν την εξουσία στις Συνόδους της Εκκλησίας, με τις εν Πνεύματι εισηγήσεις τους και όχι το Συνοδικό Σώμα σε αυτούς. Γι' αυτό στην πράξη, συχνά αποφάσεις της ιεραρχίας της Εκκλησίας, σύντομα απορρίπτονται από τον πιστό λαό της Εκκλησίας ως "ληστρικές", και οι Ιεράρχες που τις συνέταξαν χαρακτηρίζονται από σύσσωμη την Εκκλησία ως "πλανημένοι", ακόμα και αν δεν έχουν καταδικασθεί οι ίδιοι από κάποια Σύνοδο! Ως παράδειγμα των ανωτέρω, ας θυμίσουμε την περίπτωση των Κολλυβάδων αγίων, (π.χ. ο άγιος Αθανάσιος Πάριος, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο άγιος Μακάριος Νοταράς κ.ά.,), οι οποίοι καταδικάσθηκαν από το Πατριαρχείο, και παρέμειναν "αμετανόητοι" στις θέσεις τους. Παρ' όλα αυτά, ο λαός του Θεού γνωρίζοντας τα εν Αγίω Πνεύματι σημεία που έδωσε γι' αυτούς ο Θεός, και έχοντας τη μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας ως οδηγό, τους μεν καταδικασθέντες αποδέχθηκε ως αγίους, τους δε καταδικάσαντες χαρακτηρίζει σήμερα ως εκφραγκευμένους αιρετικούς! Γιατί η σαφέστατη θέση της Εκκλησίας, όπως αυτή καταγράφηκε σε όλους τους περασμένους αιώνες, ήταν σύμφωνη με τους καταδικασθέντες μάλλον, παρά με τους κατηγόρους της. Και σήμερα οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πλέον δεν προβληματίζονται για το πού βρισκόταν το δίκιο, αλλά συνεχίζουν την ίδια εκείνη αρχαία παράδοση, που διαταράχθηκε προσωρινά από την ηγεσία της εποχής! Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες τοπικά και χρονικά κάποιες Ορθόδοξες εκκλησίες παραστρατούν από την πίστη και χάνουν το δρόμο τους, και είναι δυνατόν να συγχέουν την αίρεση με την ορθή πίστη. Όμως αργότερα και πάλι επανέρχονται στην Ορθόδοξη παράδοση με τη βοήθεια φωτιζόμενων και θεουμένων μελών της Εκκλησίας, και η περίοδος αυτή της πτώσης, σύντομα αποτελεί μια μικρή παρένθεση (τοπικά και χρονικά) στη συνεπή με το Θεόπνευστο Ευαγγέλιο διαχρονική και Καθολική Εκκλησία. Τότε και οι ληστρικές Σύνοδοι καταδικάζονται από σύσσωμη την Εκκλησία, ως αιρετικές και μη ακολουθούσες την Ορθόδοξη αιώνια παράδοση της Εκκλησίας. Τότε και οι αδίκως καταδικασθέντες πιστοί, βρίσκουν την θέση τους μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας, ως "δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης" (Ματθαίος 5/ε: 10). Αν ο λαός δεν πει το "αμήν", Λειτουργία δεν γίνεται! Papyrus 52 και Ν. Μ.