Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Οσία Παρασκευή η Νέα η Επιβατηνή, η προστάτιδα των Βαλκανίων. (14 Οκτωβρίου) Σχολιάστε Η Οσία άκμασε στα μέσα του 10ου αιώνα, ήταν ίσως το πρώτο παιδί της οικογένειας. Από τους γονείς μονάχα το όνομα του πατέρα της διασώζεται. Ονομαζόταν Νικήτας. Δυστυχώς, το όνομα της μητέρας της, που τόσα πολλά προσέφερε στη χριστιανική αγωγή της Παρασκευής, παρέμεινε άγνωστο. Οι γονείς της ήταν φιλόθεοι και ευσεβείς και κοσμούσαν το βίο τους με ελεημοσύνες και αρετές. Επιθυμούσαν για τα παιδιά τους ως βάση ανατροφής να είναι η σεμνότητα, η ευλάβεια και η σωφροσύνη, στολίσματα λαμπρά που θα τα στόλιζαν μαζί με τη σχολική παιδεία, που τους παρείχαν πλούσια. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους τα ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Χριστού, τα άσκησαν από μικρή ηλικία σε όλα τα καλά και θεάρεστα έργα. Στην Ανατολική Θράκη δύο πόλεις έριζαν σχετικά με την Οσία, οι Επιβάτες, τόπος καταγωγής της, ωραία κωμόπολη στα θρακικά παράλια της Προποντίδας και η επίσης όμορφη Καλλικράτεια, τόπος κοίμησής της. Η αγάπη των πιστών των δύο αυτών κωμοπόλεων στην Οσία ήταν τόσο μεγάλη, που την ήθελαν αποκλειστικά δική τους αγία και προστάτιδα, σε τέτοιο βαθμό, που οι ερευνητές που καταπιάνονταν να γράψουν το βίο της άλλοτε να την αναφέρουν ως Επιβατινή και άλλοτε ως Καλλικρατεινή. Της είχαν δε αφιερώσει μεγαλοπρεπείς ναούς. Όλοι οι βιογράφοι συμφωνούν άτι η οσία Παρασκευή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ελληνόφωνη περιοχή των Επιβατών της Ανατολικής Θράκης, που βρισκόταν στη θάλασσα της Προποντίδας 25 μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Διαφωνούν όμως στη χρονολογία γέννησης και θανάτου, καθώς και στον τόπο κοίμησής και στη συγγένεια της με τον όσιο Ευθύμιο, επίσκοπο Μαδύτου, Ο Ευστρ. Δράκος αναφέρει ότι η Οσία γεννήθηκε και πέθανε στην Καλλικράτεια κατά το 12ο αιώνα. Και οι δύο γονείς της προέρχονταν από πλούσια και επίσημη οικογένεια, διακρίνονταν για την ευγένεια, τη μετριοφροσύνη και τη μεγάλη τους αρετή. Όλες τις αρετές τους τις χρησιμοποίησαν σε έργα φιλανθρωπίας και κοινής ωφελείας. Πίστευαν βαθιά και το έλεγαν: «Ότι δεν έχει διά τα τέκνα μας καμίαν αξίαν να επιδεικνύουν μόνο την έπαρσιν ξηράς μαθήσεως, άνευ των ηθικών αρετών, αι οποίαι αποτελούσιν τον χαρακτήρα και την τιμήν μιας χριστιανικής παρθενικής ζωής. Διότι «σταγών αρετής μείζων ωκεανού σοφίας»». Αυτά τα ευγενή αισθήματα μετέδωσαν στα δύο τους παιδιά, τον Ευθύμιο και την Παρασκευή, και τους ενέπνεαν να κάνουν έργα φιλανθρωπίας, να είναι φιλεύσπλαχνα σ’ αυτούς που πάσχουν και όλα αυτά τους τα μάθαιναν από τη μικρή τους ηλικία. Η Παρασκευή πλάστηκε κατά το πρότυπο των γονιών της, Σ’ αυτήν μεταδόθηκαν όλα τα φιλεύσπλαχνα και φιλάνθρωπα αισθήματά τους. Τόσο, ώστε κάποια μέρα καταστενοχωρήθηκε, όταν βρέθηκε με την παιδαγωγό της σε κάποια εξοχή, και εκεί συνάντησε μια κοπέλα ρακένδυτη. Την πόνεσε πολύ και θέλησε να της δώσει χρήματα, αλλά με λύπη παρατήρησε ότι δεν είχε μαζί της. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήταν καλό να φορούσε κοσμήματα. Έφερε όμως χρυσό σταυρό πάνω της. Αμέσως χωρίς δισταγμό κινήθηκε, για να το βγάλει και να το δώσει στη φτωχή κοπέλα, αλλά η παιδαγωγός δεν την άφησε: «Δεν είναι ορθόν να δώσης ως ελεημοσύνην τον σταυρόν σου» της είπε. Η δε Παρασκευή απάντησε: «Ο σταυρός μάς εδίδαξε την ελεημοσύνην, δεν αρμόζει τόση στέρησις, εν μέσω κοινωνίας εχούσης αρχηγόν τον Χριστόν. Μια τοιαύτη κοινωνία έπρεπε να αγνοεί την ένδειαν» και αμέσως έδωσε στη νέα το σταυρό. Η Παρασκευή από τη μικρή της ηλικία συνόδευε τακτικά τη μητέρα της στην εκκλησία. Κάποια φορά, όταν ήταν δέκα ετών, εκκλησιάστηκαν στο ναό της Παναγίας Θεοτόκου. Εκεί άκουσε την περικοπή του Ευαγγελίου που έλεγε: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτόν και ακολουθείτω μοι», η καρδιά της κυριεύτηκε από θεία αγάπη. Άρχισε αμέσως ν’ αρνιέται τον εαυτό της και να κάνει πράξη τα λόγια του Χριστού. Πολλές φορές έδωσε τα φορέματά της στους φτωχούς. Μάλιστα, σε βαρύ χειμώνα έβγαλε το πανωφόρι της στη μέση του δρόμου και το έδωσε σε νεαρό κορίτσι που έτρεμε από το κρύο. Όλα όσα έκανε τότε στο πατρικό της σπίτι ήταν σημεία και προοίμια και αρχές τής μετά απ’ αυτά αρετής και τελειότητάς της. Οι γονείς ήταν ευτυχισμένοι που έβλεπαν τα παιδιά τους να προκόβουν στην κατά Χριστό ζωή και παρακαλούσαν το Θεό να τα διατηρεί πάντοτε υπάκουα στους νόμους Του και στις εντολές Του. Από μικρή ηλικία νέοι με περιουσία, κοινωνική θέση και αξιώματα τη ζήτησαν για σύντροφο της ζωής τους. Η Παρασκευή αρνιόταν. Ο πατέρας και η μητέρα της έλεγαν: «Ότι η περίοδος των αρνήσεων έπρεπε να τελειώνη» και την παρακαλούσαν να αποκατασταθεί πριν πεθάνουν. Της έλεγαν: «Ορφανό κορίτσι, τότε τί θα απογίνης;» Η Παρασκευή πάντοτε απέφευγε αυτή τη συζήτηση· τους έλεγε: «Ο ουράνιος Πατήρ ζει, προστατεύει και επιβλέπει πάντοτε. Όταν πιστεύει τις και ζει υπό τας εντολάς Του και τον έχη υπεράνω του, πλησίον του και εντός του, πώς θα μείνη ορφανός;». Και για να ενθαρρύνει τους γονείς της πρόσθετε: «Διατί σκέπτεσθε περί θανάτου σας; Αι ημέραι του ανθρώπου εξαρτώνται από τον Θεόν». Η τόσο μεγάλη ψυχική αρετή της Παρασκευής είχε αντανάκλαση στο νεανικό της πρόσωπο και την καθιστούσε ωραιότατη. Πολλές φορές της έλεγαν οι φίλες της: «Είσθε τόσο πλούσιοι εσείς! Τί θα απογίνη τόση περιουσία, εάν, όπως λέγεις, δεν θέλεις ν’ αποκατασταθής;». Και η Παρασκευή απαντούσε δείχνοντας φτωχούς και παιδιά ξυπόλυτα: «Υπάρχει περιουσία τόση ώστε να εξαρκέση εις τας ανάγκας και τας στερήσεις τόσων δυστυχών υπάρξεων;». Και γι’ αυτό το σκοπό αποφάσισε να απομακρυνθεί από τους γονείς της, αλλά και επειδή άναψε μέσα στην καρδιά της ο θείος πόθος και δεν μπορούσε να περιμένει. Άφησε τους γονείς, τους δούλους της κι όλους τους συγγενείς και αναχώρησε από την πατρίδα της. Η Παρασκευή, αφού παραμέρισε όσα συγκροτούν τον φθειρόμενο άνθρωπο, έβαλε αρχή να οικοδομήσει τον εαυτό της κατά Χριστόν και να τον ανακαινίσει. Μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη. Προσκύνησε πολλούς ναούς και πολλών αγίων λείψανα και έλαβε τις ευχές και ευλογίες αγίων ανδρών και γυναικών, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί. Κι αφού απόλαυσε όλα τα θεία καλά, τα οποία είχε τότε η Κωνσταντινούπολη, έφυγε και πήγε αντίκρυ στη Χαλκηδόνα. Εκεί ζήτησε να πλουτίσει τις ευσεβείς εντυπώσεις της και να βαθύνει το ζήλο της και την πίστη. Αλλά και από τη Χαλκηδόνα πάλι αναχώρησε και ήλθε στην Ηράκλεια του Πόντου. Έτσι περιδιάβαινε από τόπο σε τόπο για να βρει το νοητό της νυμφίο Χριστό, όπως η ασματική νύμφη. Δηλαδή, για να βρει αγίους και αγίες, να διδαχθεί την αρετή και τόπο κατάλληλο, για να λατρέψει και να ευχαριστήσει το Χριστό. Η Παρασκευή, μόλις έφτασε στην Ηράκλεια, συνάντησε το ναό της Θεοτόκου και με πνευματική χαρά μπήκε μέσα σ’ αυτόν, έπεσε στο χώμα και τον κατέβρεξε με τα δάκρυά της. Προσευχόταν στην Παναγία, την οδηγό της σωτηρίας των ανθρώπων, να την οδηγήσει και να τη φωτίσει τι να κάνει. Στο ναό της Θεοτόκου έμεινε πέντε ολόκληρα χρόνια. Ασκήθηκε σε κάθε είδος αρετής, αγωνίσθηκε με προσευχές ολονυκτίες, με νηστείες, με κτυπήματα στο στήθος και με δάκρυα. Ο ύπνος της ήταν λίγος. Κοιμόταν στη γη χωρίς στρώμα. Πάνω απ’ όλα ήταν να θαυμάζει κανείς το ταπεινό της ήθος και τη μετριοφροσύνη μέσω των οποίων καθάρισε την καρδιά της από όλα τα κοσμικά και έχοντας μόνο προς το Θεό στραμμένους τους λογισμούς της και τα φρονήματά της και όλη την επιθυμία και την αγάπη της. Η Παρασκευή ποθούσε να πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Γι’ αυτό παρακαλούσε θερμά την Παναγία να την αξιώσει να τους επισκεφθεί. Η δέησή της εισακούστηκε. Αφού, λοιπόν, πρώτα ασκήθηκε στις αρετές στο ναό της Θεοτόκου – ο Θεός οικονόμησε -βρέθηκαν κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί και την πήραν στη συνοδεία τους και έτσι πήγε στα Ιεροσόλυμα. Αφού απόλαυσε την αγιότητα των ιερών τόπων, τους οποίους περπάτησαν τα άγια πόδια του Κυρίου, πέταξε από εκεί σαν πουλί και πήγε στην έρημο του Ιορδάνη, βρήκε γυναικείο μοναστήρι και έμεινε σ’ αυτό. Εκεί, μόνο στο θεό μιλούσε: «Σε νυμφίε μου ποθώ και σε ζητούσα αθλώ», έλεγε. Δεόταν και ικέτευε το Χριστό να τη διαφυλάξει άτρωτη από την επήρεια του πονηρού. Το Χριστό είχε και πνοή και ζυγό και οδηγό και σωτήρα και ευεργέτη και νυμφίο. Σ’ αυτόν την παρθενική λαμπάδα των αρετών πρόσφερε. Πόσους πειρασμούς δεν της έφερε ο διάβολος και με πόσους αγώνες αυτή τον πολέμησε και τον νίκησε! Το ένδυμά της ήταν ένα και μόνο και αυτό παλιό και σχισμένο, στρώμα της μία ψάθα. Χωρίς τροφή, νερό και ύπνο περνούσε τις μέρες της εβδομάδας. Μια φορά Σάββατο και Κυριακή έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό. Τα μάτια της ήταν πηγή το δακρύων το στόμα της φιάλη αρωματική. Από τα χείλη της έβγαιναν ακατάπαυστα ύμνοι με ευωδία πνευματική. Χαρά γι’ αυτήν η ώρα του θανάτου, του δίκαιου Χριστού η δευτέρα παρουσία, το αδέκαστο δικαστήριο. Έχαιρε για αυτά που προσδοκούσε, τα οποία ήταν αθεώρητα: «Ελπίς γαρ βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις, τί και ελπίζει; ει δε ο ον βλέπομεν ελπίζομεν, δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα». Τρεφόταν με τις αθάνατες τροφές και όχι με άρτους και φαγώσιμα φτιαγμένα με καρυκεύματα που φθείρονται. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι Θεού», έλεγε. Απέβαλε τη γυναικεία ασθένεια και ντύθηκε με τη δύναμη του Θεού. Και όταν ο πονηρός ενοχλούσε τις ασθενικές ανίσχυρες φαντασίες μεταμορφούμενος πότε σαν φίδι, πότε σαν σκορπιός, πότε σαν λιοντάρι και αρκούδα και άλλα άγρια θηρία, η Παρασκευή έκανε το σημείο του Σταυρού και αυτός γινόταν άφαντος και, όπως τον ιστό της αράχνης, έτσι διέλυε αυτόν και τις πονηριές του. Και πάνω σε όλα τα καλά έλαμπε πάντοτε η αγάπη της για όλα τα δημιουργήματα του Θεού και η κορυφή των αρετών της ήταν η μετριοφροσύνη και η ταπείνωση. Μια νύκτα, την ώρα που προσευχόταν, της φανερώθηκε κάποιος νέος, Λαμπρός στην όψη και με ήρεμη φωνή της είπε: «Ω καλλιπάρθενε, ο επί σωτηρίας των ανθρώπων και σταυρωθείς και θανών και αναστάς Θεός των αγγέλων και των ανθρώπων Κύριος Ιησούς Χρίστος, σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρώα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε. Η Παρασκευή υπάκουσε στο θείο πρόσταγμα. Αφού πέρασε στην έρημο του Ιορδάνη πέντε χρόνια, έφυγε από εκεί σε ηλικία 25 χρονών, και πήγε στην Ιόππη. Από εκεί επιβιβάσθηκε σε πλοίο και επανήλθε στην πατρίδα της όπου και επιδόθηκε με περισσότερο ζήλο στην ανακούφιση των πτωχών και ασθενών. Λέγεται ότι σχημάτισε και ευσεβή ένωση «Φιλόπτωχο Αδελφότητα», της οποίας οι αδελφές περισυνέλεγαν ορφανά και απροστάτευτα παιδιά και τα φρόντιζαν με πολλή επιμέλεια και στοργή. Οι γονείς της πέθαναν ευχαριστημένοι από τον ενάρετο και άγιο βίο της κόρης τους. Η Παρασκευή, αφού εργάσθηκε ψυχικά και σωματικά στην πατρίδα της, δεν κάθισε για πολύ. Ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί προσκύνησε τον περιβόητο και περίλαμπρο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, έπειτα πήγε σε μοναστήρια και ναούς όπου συναναστράφηκε και συνομίλησε με άγιους άνδρες και άγιες γυναίκες και επισκέφθηκε ευαγή ιδρύματα. Πρόσφερε πολλά θρησκευτικά αφιερώματα και μοίρασε την περιουσία των γονιών της τρέφοντας πεινασμένους, ποτίζοντας διψασμένους και ντύνοντας γυμνούς σύμφωνα με τη διδασκαλία του μεγάλου Διδασκάλου. Τελευταία πήγε στο ναό της Βλαχέρνας όπου υπήρχε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, γονατιστή με δάκρυα στα μάτια της έλεγε: «Έως κατώκουν την έρημον, σε έσχον, Κυρία, συνόμιλον· νυν δε εν τω κοσμώ ειμί· τίνα άλλον βοηθόν έξω εκτός σου, πανάμωμε Δέσποινα. Συ μοι γενού τη ταπεινή συνοδοιπόρος και κυβερνήτις και οδηγός». Τελείωσε τα προσκυνήματα και επέστρεφε με το πλοίο στην πατρίδα της, καταπονημένη και εξασθενημένη σωματικά. Τότε ξανάλθε στο νου της η οπτασία του νέου με την ήρεμη φωνή να της λέει: «Σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρίδα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε. Η υγεία της στο πλοίο χειροτέρεψε όταν ενέσκηψε μεγάλη τρικυμία. Με κόπους και πολλούς κινδύνους αγωνίζονταν οι ναύτες να αράξουν το πλοίο σε ασφαλή τοποθεσία. Η Παρασκευή, αισθανόμενη τον κίνδυνο, φώναζε δυνατά «καλή κράτει» και μέχρι σήμερα, κατά την παράδοση, ο τόπος φέρει αυτό το όνομα. Ονομάσθηκε Καλλικράτεια. Όταν το πλοίο προσάραξε στη ξηρά, έμεινε στην περιοχή και μόνασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια. Αγωνιζόμενη εκεί τους συνηθισμένους της αγώνες, πέρασε δύο έτη και όταν έφθασε στην τελειότητα της αρετής και σε μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, κοιμήθηκε και τελείωσε όσια το δρόμο της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Έφυγε με ειρήνη για την αιώνια και κατεσκήνωσε στις ουράνιες σκηνές, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων. Κατ’ άλλους όμως, μόλις κατέβηκε από το πλοίο, παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο σε ηλικία μόλις 27 ετών, ικετεύοντας τον παντοδύναμο Θεό να τρέχει σε βοήθεια όλων όσων επικαλούνται το όνομά της. Σήμερα το λείψανο της Οσίας βρίσκεται στο Ναό των Τριών Ιεραρχών, στο Ιάσιο της Ρουμανίας. Απολυτίκιον της Οσίας. Ήχος α΄. Της χαμαιζήλου τρυφής σοφώς την απόλαυσιν, υπεριδούσα προς Θεία ήρθης σκηνώματα,και των ιάσεων τοις πιστοίς πηγήν κατέλιπες,το ιερόν σου σκήνος Μήτερ πανεύφημε,Επιβατών το καύχημα το σεπτόν, και βεβαία Προστάτις Παρασκευή. Μη παύση θερμώς Χριστώ τω Θεώ, Υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσα. (Αθαν. Δ. Κουμπαρούλης, «Οσία Παρασκευή η Νέα», εκδ. Αφών Κυριακίδη,

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΠΙ ΑΠΕΙΛΕΙ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΠΙ ΑΠΕΙΛΗ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΕΠΕΛΕΥΣΙΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΟΜΑΣ ΕΘΝΩΝ Ὁ Ἀπόστολος. Προκείμενον. Ἦχος δ΄: Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ. Στ.: Ὡς ἐκλείπει καπνὸς, ἐκλειπέτωσας, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός. Πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα: Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιον ὢν ἐν τῷ ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην.... ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός, ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Ἀλληλούϊα. Στ.: Κύριος συντρίβων πολέμους... Εὐαγγέλιον, ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν: Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παρῆσάν τινες ἀπαγγέλλοντες τῷ Ἰησοῦ περὶ τῶν Γαλιλαίων, ὧν τὸ αἷμα Πιλάτος ἔμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν αὐτῶν... Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. Κοινωνικόν: Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Παράκλησις εἰς τὴν Παναγίαν, ἐπὶ προσδοκία πολέμου. Ὁ κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Τοῖς Σοῖς Ἄχραντε συμμάχησον οἰκέταις. ᾨδὴ Ἰωάννου. ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. β΄. Ὡς ἐν ἠπείρῳ. Τὸν κραταιὸν ἐν ἰσχύϊ, καὶ δυνατὸν ἐν πολέμοις Κύριον, ἡ γεννήσασα σεμνή, κραταιᾷ χειρί Σου παναλκεῖ συμπολέμησον ἐχθρούς, τοὺς πολεμοῦντας ἡμᾶς. Ὁ ἐν θάλασσῃ ποντήσας πρὶν Φαραώ, καὶ τὰ τούτου ἅρματα καταστρώσας ἐν βυθῷ, εἰς ἡμῶν βοήθειαν καὶ νῦν διανάστηθι Χριστέ, τῆς Σὲ τεκούσης εὐχαῖς. Ἰατρικὸν μὲν τὸ τέμνειν, καὶ ὁ καυστὴρ τῆς ὑγείας αἴτιον, ἀλλ’ ἡμᾶς Υἱὲ Θεοῦ ἁπαλοῖς φαρμάκοις οἰκτιρμῶν Σου ἰάτρευσον τῆς Σῆς Μητρὸς δεήσεσι. Σενναχερὶμ ὥσπερ ἄλλην πανστρατιὰν ἄρδην, ἐξαφάνισον καὶ τὴν νῦν πανστρατιάν, τὴν περικυκλώσασαν ἡμᾶς, τῶν βαρβάρων κραταιᾷ χειρί Σου Δέσποινα. Σὲ τοῖς ἡμᾶς πολεμοῦσι πικροῖς ἐχθροῖς ἀντικαθοπλίζομεν, καὶ κινοῦμεν κατ’ αὐτῶν πρὸς ἀντιπαράταξιν Ἁγνή. Σὺ γὰρ εἶ Χριστιανῶν ὁ Ἀρχιστράτηγος. ᾨδὴ γ΄. Οὐκ ἔστιν Ἅγιος, ὡς Σὺ Κύριε. Οὗτος ἐν ἅρμασι πολλοῖς, καὶ ἐν πλείοσιν ἵπποις, ἀλλ’ ἡμεῖς ὁ λαός Σου, ἐν ὀνόματι τῷ Σῷ ἐπικαλούμεθα νῦν, καὶ βοῶμεν· σῶσον ἡμᾶς Δέσποινα. Ἰσχὺν καὶ σθένος ὁ διδοὺς ἀσθενοῦσι, καὶ κέρας ἀνυψῶν τῶν Σῶν δούλων, τῷ πιστῷ Σου νῦν στρατῷ κατὰ βαρβάρων ἐχθρῶν ἰσχὺν δίδου, διὰ τῆς τεκούσης Σε. Στρατὸς βαρβάρων ἀθροισθείς, ἐξ ἐθνῶν τῶν ἀθέων πῦρ καὶ βλέπων καὶ πνέων, χαίρων φόνοις καὶ σφαγαῖς, καὶ πόλεμον συγκινεῖ τοῖς Σοῖς δούλοις, Δέσποινα βοήθησον. Ἄνδρες αἱμάτων ἀπηνεῖς δολιότητος πλήρεις καθ’ ἡμῶν συναχθέντες, εμελέτησαν κενά, φρυάξαντες ψαλμικῶς, Θεοτόκε καθ’ ἡμῶν τῶν δούλων Σου. Χειρῶν ἐκτάσει Μωϋσῆς σταυροῦ σχῆμα τυπώσας ἐτροπώσατο κόρη Ἀμαλὴχ τὸν δυσμενῆ, Σὺ δε χειρὶ νοερᾷ του λαοῦ Σου, τοὺς ἐχθροὺς κατάβαλε. ᾨδὴ δ΄. Χριστός μου δύναμις. Ῥομφαίαν ἔκχεον Ἁγνή, καὶ σύγκλεισον πάντων τῶν ἐναντίων τῶν νῦν ἡμᾶς καταπολεμοῦντων ἐχθρῶν, καταπολέμησον ἐχθροὺς τῇ ἰσχύϊ τῆς πρεσβείας Σου. Αἰσχύνης πλήρωσον ἐχθρῶν τὰ πρόσωπα, καὶ πολλῆς ἀτιμίας καὶ ἐντροπῆς, καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω ψαλμικῶς κενοί, Δέσποινα καὶ ἄπρακτοι. Νυνὶ γνωσόμεθα ἐν τούτῳ Δέσποινα, ὡς τεθέληκας πάντα τὸν Σὸν λαόν, ταύτης Σου τῆς πόλεως, ὅτι οὐ μὴ ἐπιαρῆ, ἐφ’ ἡμᾶς ἐχθρὸς πολέμιος. Τὸ θέλειν σύνδρομον ἔχεις τῷ δύνασθαι, ὡς τεκοῦσα τὸν πάντα μόνῳ ψιλῷ νεύματι δυνάμενον, ἄν οὖν θελήσῃς τὴν ἡμῶν σωτηρίαν, σωθησόμεθα. Ἐν τῇ ἐκστάσει Σου τῆς ἀντιλήψεως, δυναστῶν πολεμίων τὰς δυσμενεῖς κεφαλὰς διάκοψον, σεισθήσονται γὰρ ἐν αὐτοῖς ἐκ τοῦ φόβου τοῦ Σοῦ κράτους Ἁγνή. ᾨδὴ ε΄. Τῷ θείῳ φέγγει Σου Ἀγαθέ. Σατράπαι, τύραννοι, βασιλεῖς, ἄρχοντες, χωρῶν βαρβαρικῶν ἐπὶ κακῷ συμφρονήσαντες κατὰ ταύτης Σου τῆς ποίμνης καθάπερ λέοντες καὶ θῆρες ἀγριόθυμοι ὠρυόμενοι. Υἱὸν γεννήσασα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐπιστατοῦντα νοερῶς ταῖς οὐρανίαις δυνάμεσιν, Ἄγγελον ὑπέρμαχον ἐξαπόστειλον, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῖν βοήθειαν. Μετὰ δακρύων, καὶ σκυνθρωπά, τὰ καταλάβοντα νῦν ἡμᾶς καὶ θρήνων ἄξια Δέσποινα, ἀλλὰ Σὺ Παρθένε τάχυνον, οἴκτειρον, καὶ πάλιν τοὺς ἀθέους ἐχθροὺς κατάβαλε. Μὴ παραδώῃς χερσὶν ἐθνῶν τὴν κληρονομίαν Σου Ἁγνή, μή ποτε εἴπωσι, ποῦ ἐστὶν ἡ Θεογεννήτωρ, ᾗ ἐπεποίθεισαν, ἀλλὰ ἄθραυστον τὴν ποίμνην Σου διατήρησον. Αἱ βασιλεῖαι πασαι τῆς γῆς, γνώτωσαν τὸ κράτος Σου σεμνή, καὶ τὴν ἰσχύν Σου τὴν ἄμαχον, ἔθνη ταραχθήτωσαν καὶ σεισθήτωσαν λαοί, οἱ μὴ εἰδότες τὴν ἐξουσίαν Σου. ᾨδὴ στ΄. Τοῦ βίου τὴν θάλασσαν. Χαλκοῦν τόξον ἔργασον τοῦ λαοῦ Σου, τοὺς πιστοὺς τοὺς ἐκλεκτοὺς βραχίονας, καὶ περίζωσον δύναμιν καὶ ἰσχὺν αὐτούς, ὑπεράμωμε, οὐρανόθεν βραβεύων αὐτοῖς δύναμιν. Ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας εἰς τὸ ὄνομα σεμνή, Πατρὸς Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, καὶ προσκυνοῦντας τὸν τόκον Σου τὸν σεπτόν, μὴ δῶς τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν, ἀλλὰ τούτους εἰς τέλος Κόρη σύντριψον. Στενάζοντες κράζομεν γόνυ κλίνοντες εἰς γῆν, χεῖρας εἰς ὕψος αἴροντες, ἐξημάρτωμεν Δέσποινα εἰς Θεόν, Αὐτὸν ἐξιλέωσαι, καὶ μὴ βάρβαρα ἔθνη παιδευσάτω ἡμᾶς. Οὐ φέρομεν Δέσποινα καὶ γὰρ εἶπεν ὁ ἐχθρός, διώξας καταλήψομαι, μεριῶ σκύλα, ἐμπλήσω μου τὴν ψυχήν, ἀνελῶ μαχαίρᾳ μου, κυριεύσει ἡ χείρ μου, διὸ πρόφθασον. Ναοὺς τοὺς ἁγίους Σύ, καὶ τεμένη ἱερά, καὶ τὰς σεπτὰς εἰκόνας Σου, τῶν Ἁγίων ἁπάντων τε τὰς μορφάς, σκεύη καὶ κειμήλια οἱ εχθροί Σου Παρθένε ἐξηφάνισαν. ᾨδὴ ζ΄. Δροσοβόλον μὲν τὴν κάμινον. Οὐ πρὸς ἕτερον Θεόν, διεπετάσαμεν τὰς χεῖρας ἡμῶν Δέσποτα, κᾄν ἡμάρτομεν, ἀλλὰ οὐκ ἀπέστημεν ἐκ Σοῦ, καὶ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν πλήν Σου, διὸ ἐλέησον ἡμᾶς, τῆς Θεοτόκου λιταῖς. Ἴδε ὡς κύνες πολλοὶ περιεκύκλωσαν, ταῦροι πίονες περιέσχον ἡμᾶς, καὶ ἐφάλλονται διασπᾶσαι νῦν θηριωδῶς τοὺς δούλους Σου Δέσποινα Ἁγνή, οὓς ῥάβδῳ θείας Σου ῥοπῆς μακρὰν ἀπέλασον. Κοσμοσώτειρα βασίλισσα πανύμνητε, τὴν πόλιν ταύτην φύλαττε, βασιλεύοντα βασιλέων τέξασα Χριστόν, ἁλώσεως λύτρωσαι πικρᾶς, αἰχμαλωσίας προνομῆς τῶν ἐχθρῶν. Ἐμφυλίου μάχης ῥῦσαι παναμώμητε, καὶ ἀπὸ συστροφῆς πονηρᾶς ἡμᾶς, ἀπὸ στάσεως, ταραχῆς, ἐνέδρας, συσκευῆς, λαθραίας ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς καὶ προδοσίαν δολερᾶς, ταύτην τὴν πόλιν Σου. Τεῖχος ἄῤῥηκτον, ἀπόρθητον, ἀκλόνητον, καὶ πύργον ἀπερίτρεπτον, Σὲ κεκτήμεθα ἐν ἐφόδοις καὶ ἐπιδρομαῖς βαρβάρων ἐθνῶν αἱμοχαρῶν, καὶ Σοὶ προσφεύγοντες Ἁγνὴ διασωζόμεθα. ᾨδὴ η΄. Ἐκ φλογὸς τοῖς Ὁσίοις. Αἱμοβόρα θηρία καὶ λύκοι ἅρπαγες τοὺς Σοὺς δούλους, ὡς ποίμνην περιεκύκλωσαν, καὶ τὰ λογικά Σου ἀρνία σπαράττουσι, πρόφθασον Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. Ἰδιόῤῥυθμον ἔθνος, γαῦρον, ἀγέρωχον, φιλοπόλεμον, γένος ὅρκων παράσπονδον, πόλεμον ἡμῖν ἄσπονδόν τε ἐπείγειρε, πρόφθασον Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. Στρατιᾶς οὐρανίου παρεμβολῇ νοερᾷ κύκλωσόν Σου τὴν πόλιν, καὶ περιτείχισον, καὶ τὰς τῶν ἐχθρῶν ἐπηρείας ματαίωσον, πρόφθασον Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. Ὡς ὁ Ἄδερ ἐκεῖνος ὁ ἀλιτήριος, κατὰ τοῦ Σολομῶντος οὕτως ἐγήγερται, Ἄγαρ ὁ δεῖνος Ἰσμαὴλ ὁ ἐπώνυμος, πρόφθασον Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. Δορυάλωτον θεῖναι σπεύδει τοὺς δούλους Σου ὁ στρατός, ὁ εν ὅπλοις θαῤῥῶν καὶ δόρασιν, ἀλλ’ ημεῖς ἐν Σοὶ πεποιθότες κραυγάζομεν· πρόφθασον Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. Ἡ τὰ κράτη των τόξων πάλαι συντρίψασαν, τῶν βαρβάρων ἐφόδους πολλάκις τρέψασα, σύντριψον καὶ νῦν καὶ ῥομφαίαν καὶ πόλεμον, Δέσποινα Παρθένε Ἁγία Θεοτόκε. ᾨδὴ θ΄. Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον. Ἰσχὺς καὶ κράτος γενοῦ Πανάμωμε, τοῦ Σοῦ λαοῦ ἀνδρία καὶ φρουρός τε καὶ δύναμις, καὶ ῥομφαία καὶ μάχαιρα δίστομος, τὰς τῶν ὑπεναντίων φάλαγγας τέμνουσα, καὶ τὴν τῶν ἐχθρῶν παρεμβολήν, εἰς ἕν συγκόπτουσα. Ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον καὶ ἀπόρθητον, Χριστιανῶν ὡς πρόβολος, καὶ πύργος ἀχείμαστος, τῶν δεινῶν καὶ ἀθέων φρυάγματα, καὶ τὴν κορυφουμένην τυράννων ἔφοδον, καὶ τὰς τῶν βαρβάρων ἀπειλὰς Ἁγνὴ διάλυσον. Ἀγγέλου πάλαι ὑπερασπίζοντος, ὁ Γεδεὼν τὰ τῶν Μαδιανιαίων ἐξέκοψε καὶ τὰ νῦν, ἐξαπόστειλον Ἄγγελον, φάλαγγας τῶν βαρβάρων καταδιώκοντα, καὶ κατασυντρίβοντα ἐχθρούς, τοὺς πολεμοῦντας ἡμᾶς. Νικᾶται τάξις φύσεως Δέσποινα, ὅπου Θεὸς ὁ πάντα δρῶν τῷ νεύματι βούλεται, Σὺ καὶ αὐτῷ ὑπὲρ φύσιν γεννήσασα δύνασαι ὅσα θέλεις, ὅθεν τοὺς θέλοντας ταύτην Σου τὴν πόλιν ἀπολεῖν, ἄρδην ἀφάνισον. Ναοῦ ἐπάκουσον ἐξ ἁγίου Σου τῶν οἰκετων Ἁγνή, καὶ ὀργὴν Θεοῦ ἔκχεον επὶ τὰ ἔθνη τὰ Σὲ μὴ γινώσκοντα, καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ Σου τὸ ὄνομα οὐκ ἐπεκαλέσαντο πιστῶς, τὸ πολυπόθητον. Ὁ λύσας Λόγε τὸν μέγαν πόλεμον, καὶ την μακρὰν ἐκείνην καὶ ἀρχαίαν διάστασιν, καὶ ἑνώσας τῇ Σῇ ἀνθρωπότητι τὰ οὐράνια, διὰ τῆς Θεοτόκου λύσας τὸν πόλεμον τὸν πρόσφατον τοῦτον καὶ βαρύν, ἡμᾶς εἰρήνευσον. Ὑφάπλωσόν μοι τὴν σκέπην Δέσποινα, ὡς φωτεινὴν νεφέλην, καὶ τὴν πόλιν Σου σκέπασον, καὶ ἀγκάλαις ἐν αἷς ἠγκαλίσω Χριστὸν ἐναγκαλισαμένη, ταύτην ἀπόρθητον τήρησον, ὀνόματι τῷ Σῷ κεκαυχωμένην ἀεί. Εὐχὴ Μακαρίου Φιλαδελφίας. Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τίς ὁμοιωθήσεταί Σοι; Τίς ὅμοιός Σοι ἐν θεοῖς Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν; Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν, δυνατὸς ἐν ἐλέει, καὶ ἀγαθὸς ἐν ἰσχύϊ εἰς τὸ παρακαλεῖν καὶ σώζειν πάντας ἡμᾶς; Μὴ σιγήσῃς, μηδὲ καταπραΰνης ὁ Θεός, ἀνταπόδοσον τοῖς ὑπερηφάνοις, ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί Σου ἴσχυσαν καὶ οἱ μισοῦντές Σε ἧραν κεφαλὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ Σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην, καὶ ἐβουλεύσαντο κατὰ τῶν Ἁγίων Σου, εἶπον· Δεῦτε καὶ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτούς, καὶ οὐ μὴ μνησθῇ τὸ ὄνομα Ἰσραὴλ ἔτι. Ἤλθωσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν Σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν Σου, ἔθεντο τὴν τιμίαν Σου Ἱερουσαλήμ ὡς ὁπωροφυλάκιον, ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων Σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν Ὁσίων Σου, τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν κύκλῳ Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἧν ὁ θάπτων. Ἀλλ’ ἕως πότε Κύριε ἐκκαυθήσει ὡς πῦρ ἡ ὀργή Σου; Ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται; Μέχρι τίνος χρήσεται παράνομος ἐξουσίᾳ; Ἕως τίνος ὑψωθήσεται ῥάβδος ἀσεβῶν κατὰ κλήρου τῶν ἡγιασμένων; Οἴμοι, ὅτι ἐπλήσθη ἡ ταπείνωσις ἡμῶν, καὶ ἐσμικρύνθημεν παρὰ πάντα τὰ ἔθνη. Οἴμοι, ὅτι οἱ λυποῦντες ἡμᾶς σφόδρα κατισχύουσι, καὶ ἡ πληγὴ ἡμῶν στερεὰ ἐγεννήθη. Καὶ Σὺ Κύριος ὁ μέγας καὶ ἰσχυρός, ἕως τίνος οὐ μὴ ἐλεήσης τὴν Ἱερουσαλήμ; Κλαύσομαι γὰρ καὶ ὡς Ἱερεμίας, ἐπὶ τῇ συντριβῇ μου πικρῶς, ὅτι ἐξεῤῥύημεν ὡς φύλλα διὰ τὰς ἀνομίας καὶ τοῖς νεκροῖς μετὰ τῶν ἐν ᾅδου συνελογίσθημεν. Καὶ ἐλπιῶ πάλιν ὡς Ζαχαρίας ἐπὶ Σὲ Κύριε τὸν θελητὴν τοῦ ἐλέους, ὅτι Θεὸς οἰκτείρων Σὺ εἶ, ἐξουθενῶν βουλὰς ἰσχυρῶν, ταπεινῶν εὐχὰς προσδεχόμενος. Τί ὅτι ἐγεννήθημεν ὄνειδος τοῖς ἐγγύς, καὶ τοῖς μακράν; Τοῖς ἐκκλίνασι δηλαδὴ ἐξ ὁδοῦ δικαίας εἰς παρατροπὴν δογμάτων, καὶ τοῖς ἀθετοῦσι καθάπαξ εἰς ἀσέβειαν, οἵτινες λόγον πανσόφου προνοίας οὐκ ἐπιστάμενοι Σου, τὴν ἐπίσκεψιν ἡμῶν ὡς ἐγκατάλειψιν διαβάλλουσιν. Ἔδει γὰρ τούτους μὲν ἐκ τῶν ἱερῶν ἀκοῦσαι λόγων, ὅτι ἐλεγχόμενοι ὑπὸ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν, ἐκεῖνους δὲ ἐκ τῶν κοινῶν καταμαθεῖν ἐννοιῶν, ὅτι οὐχ οἱ τεθνηκότες, οὐδὲ οἱ νεκροὶ τῆς ἰατρικῆς ἐπιμελείας ἀξοιοῦνται, ἀλλ’ οἱ ζῶντες ἐν ἀσθενείᾳ τῆς τὴν θεραπευόντων προνοίας ἀπολαύουσι, και τὴν παγκόσμιον ταύτην πληγήν, εἰς ὑπερκόσμιον μετατιθεμένην εὐφροσύνην, ὀψέποτε συνιέναι. Ἀλλ’ οὐκ ἔγνωσαν, οὐδὲ συνῆκαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀσέβειαν ἡμῖν ὀνειδίζουσι, καὶ τὴν εἰς Σὲ πεποίθησιν, τὸν ἀληθινὸν Θεόν, παροιμίαν ἀποκαλοῦσι, και ὅτι Σὲ τὸν μονογενῆ τοῦ ἀνάρχου Πατρός, Υἱὸν ὁμοοῦσιν τῷ συμφυεῖ Σου Πατρί, καὶ τῷ παναγάθῳ Σου Πνεύματι κηρύττοντες, μίαν Οὐσιαν, μίαν Δύναμιν, Θεότητα, καὶ Βασιλείαν προσκυνούμεν, ταῦτα πάσχειν ὑπολαμβάνουσι, καὶ δίκην ἀσεβείας τὴν πληγὴν τῆς αἰχμαλωσίας, οὐ πλημμελημάτων ἔκτισιν ἡγοῦνται οἱ παράφρονες, καὶ τὴν Σὴν ἐπιτωθάζοντες ἀνοχήν, βλασφημοῦσί Σου τὴν Θεότητα, καὶ τὴν κοσμοσώτειραν διαχλευάζουσιν οἰκονομίαν Σου. Ἀλλ’ ἄνες Κύριε, ἄνες ὁ φιλανθρωπότατος Θεός, οἰκτείρησον, συμπαθέστατος καὶ ἐλεήμων Δεσπότης, καὶ μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς ἐπὶ πλέον ἥμᾶς, ἵνα μὴ ἐκτριβῶμεν, μηδε τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς ἡμᾶς, ἵνα μὴ γενώμεθα ὡς τὸ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ πρὸ τοῦ γενέσθαι. Ἀλλα γενοῦ μεθ’ ἡμῶν ὡς μαχητὴς ἰσχυρός, ὅτι οὐκ ἀδυνατεῖ παρὰ Σοὶ σώζειν ἐν πολοῖς καὶ ἐν ὀλίγοις. Κατίσχυσον ἡμᾶς Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οτι ἐπὶ Σοὶ πεποίθαμεν, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματί Σου τεθαῤῥήκαμεν, καὶ πιστωθήτω δὴ τὸ ῥῆμά Σου Κύριε, ὃ ἐλάλησας πρὸς ἡμας, ὅτι μεθ’ ἡμῶν εἶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, καὶ ὑψωθήτω πέρας Χριστιανῶν καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ διώκοντες ἡμᾶς καὶ ἐντραπήτωσαν καὶ ἀπολέσθωσαν καὶ συντριβήτω ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, καὶ ἡ δυναστεία αὐτῶν μὴ ὑπαρξάτω, καὶ γνώτωσαν ἅπαντες, ὅτι ὄνομά Σοι Κύριος. Σὺ μόνος Ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν καὶ Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, καὶ Σὲ δεῖ προσκυνεῖν τὸν ἀληθινὸν Θεον, καὶ Σωτῆρα ἡμῶν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ Ἀγαθῷ καὶ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν Ἑτέρα. Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, Σοῦ δεόμεθα καὶ Σὲ παρακαλοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι δοῦλοί Σου, ὅπως ἐπιβλέψῃς ἐπὶ τὴν δέησιν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀχρείων οἰκετῶν σου, καὶ ἐλεήσῃς ἡμᾶς, ὅτι Δέσποτα, αἱ ἀνομίαι ἡμῶν καὶ αἱ αμαρτίαι ὑπερῇραν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν καὶ ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς ἔθνεσι, μυκτηρισμός, καὶ χλευασμός, τοῖς περικύκλῳ ἀθέοις Ἀγαρηνοῖς, καὶ ἐταπεινώθημεν ἕως θανάτου διὰ τὰς ἁμαρτίας, τὰς ἀνομίας καὶ βλασφημίας ἡμῶν. Τίς οὐ θρηνήσει τὴν τηλικαύτην αἰχμαλωσίαν ἡμῶν; Ὅτι ταῦτα πάντα ἐπῆλθεν ἐφ’ ἡμᾶς, διὰς τὰς ἁμαρτίας καὶ ἀνομίας καὶ βλασφημίας ἡμῶν, διὰ τοῦτο οι υἱοὶ Σιών, οἱ τίμιοι, ἐλογίσθημεν ὡς ἀγγεῖα ὀστράκινα. Διὰ τοῦτο ἠμαυρώθη τὸ χρυσίον, ἠλλοιώθη τὸ ἀργύριον τὸ ἀγαθόν. Διὰ τοῦτο οἱ Ναζηραῖοι Σιών, οἱ ὑπὲρ χιόνα λάμψαντες, γεγόναμεν ὡς Αἰθίοπες. Οἱ τιθηνούμενοι ἐπὶ πόκον, περιεβαλλόμεθα ἀσχημοσύνην, καὶ ἐμεγαλύνθησαν αἱ ἀνομίαι ἡμῶν υπὲρ ανομίας Σοδόμων. Διὰ τοῦτο οἱ υἱοὶ ἡμέρας καὶ τοῦ φωτός, υἱοὶ γεγόναμεν ἐχθρῶν ἀνόμων καὶ απίστων ἐθνῶν, ὅτι ημάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν, παραβαίνοντες τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ μὴ παραδώῃς ἡμᾶς εἰς τέλος διὰ τὸ Ὄνομά Σου Κύριε, καὶ μὴ διασκεδάσῃς τὴν διαθήκην Σου καὶ μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός Σου ἀφ’ ἡμῶν διὰ τοὺς οἰκτιρμούς Σου. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ διὰ σπλάγχνα του μονογενοῦς Σου Υἱοῦ, καὶ διὰ τὸ ἔλεος τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος, μηδὲ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ἀλλὰ ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί Σου Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα. Βοήθησον ἡμῖν ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἔνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός Σου. Πρόσδεξαι τὴν ἐξομολόγησιν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀχρείων οἰκετων Σου, διὰ τὸ τίμιον καὶ ἅγιον αἷμα τοῦ Υἱοῦ Σου, Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ὃ ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς ἐξέχεε. Διὰ τοὺς Ἁγίους Αὐτοῦ Ἀποστόλους καὶ Μάρτυρας, οἳτινες ἠγωνίσαντο ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος Αὐτου, τὸ ἴδιον αἷμα ἐκχέαι. Διὰ τοὺς Ἁγίους Προφήτας καὶ Πατέρας καὶ Πατριάρχας, οἳτινες ἠγωνίσαντο εὐαρεστῆσαι τῷ Ἁγίῳ Σου ὀνόματι. Μὴ παρίδῃς τὴν δέησιν ημῶν Κύριε, μηδὲ ἐγκαταλίπῃς ἡμας εἰς τέλος. Οὐ γὰρ ἐπὶ ταῖς δικαιοσύναις ἡμῶν πεποιθότες ἐσμέν, ἀλλ’ ἐπὶ τὰ ἐλεη Σου, δι’ ὧν τὸ γένος ἡμῶν περιποιῇ, ἱκετεύομεν οὖν καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Σὴν ἀγαθότητα, μὴ ἀποῤῥίψῃς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου, μηδὲ βδελύξῃ τὴν ἡμῶν ἀναξιότητα, ἀλλ’ ελέησον ἡμᾶς κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος των οἰκτιρμῶν Σου, πάριδε τὰ ἀνομήματα καὶ τὰ ἁμαρτήματα ἡμῶν. Ναὶ Δέσποτα παντοδύναμε, εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τῆς δεήσεως ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ βοήθησον τῷ λαῷ Σου, καὶ ἐνίσχυσον τὸ στρατόπεδον ἐν ὥρᾳ πολέμου, καὶ δυνάμωσον καὶ ὀχύρωσον αὐτό, ὡς ἔδωκας ἰσχὺν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, καὶ Δαβὶδ τῷ Προφήτῃ Σου κατὰ τῶν ὑπεναντίων. Οὕτω Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐνίσχυσον καὶ βοήθησον τῷ λαῷ Σου, τοὺς κεκλημένους τὸ Σὸν ἅγιον ὄνομα, ὅτι ἐκτός Σου Θεὸν ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, το ὄνομά Σου ὀνομάζομεν. Σὺ γαρ εἶ ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι καὶ τὴν παρὰ Σοῦ ἐπιζητοῦμεν βοήθειαν, ἐπίβλεψον οὖν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ Κύριε καὶ ἴδε ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Ἁγίου τῆς δόξης Σου. Ποῦ ἔστιν ὁ ζῆλός Σου, καὶ ἡ ἰσχύς Σου; Ποῦ ἔστι τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν Σου; Σὺ γὰρ ἡμῶν εἶ Θεός, καὶ το ὄνομά Σου ἐφ’ ἡμᾶς ἐστιν, ἐπίστρεψον Κυριε διὰ τοὺς δούλους Σου, διὰ την ἁγίαν Σου ἐκκλησίαν, διὰ πάντας τους ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίους Σου. Οἱ γὰρ ὑπεναντίοι ἡμῶν κατεπάτησαν τὸ ἁγίασμά Σου, ἐγενόμεθα ὡς τὸ ἀπαρχῆς, ὅτι οὐκ ἦρξας ἡμῶν, ὡς ἀκάθαρτοι πάντες ἡμεῖς εγεννήθημεν, ὡς ῥάκκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν, και ἐῤῥύημεν ὡς φύλα διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐπικαλούμενος τὸ Ὄνομά Σου, καὶ μνησθεὶς ἀντιλαβέσθαί Σου. Καὶ ἀπέστρεψας τὸ πρόσωπόν Σου ἀφ’ ἡμῶν καὶ παρέδωκας ἡμᾶς διὰ τὰς ἁμαρτίας και ἀνομίας καὶ βλασφημίας ἡμῶν ἐχθροῖς ἀλαζόσιν, ὑπερηφάνοις καὶ ἀπίστοις ἔθνεσι. Καὶ νῦν Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, μὴ ὀργισθῇς ἕως σφόδρα, ὅτι ἐὰν ἀνοίξῃς τὸν οὐρανόν, τρόμος λήψεται ἀπὸ Σου ὄρη καὶ τακήσεται καὶ κατακαύσει πῦρ τοὺς υπεναντίους και ἀθέους ἐχθρούς ἡμῶν, καὶ φοβερὸν ἔσται τὸ ὄνομά Σου τοῖς ὑπεναντίοις Σου, ἀπὸ τοῦ αἰῶνος οὐκ εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Θεὸν ἀλλότριον. Και νῦν Δέσποτα ἐπίβλεψον ἐξ ουρανοῦ καὶ ἴδε καὶ σῶσον ἡμᾶς διὰ τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιον, καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς εκ τῶν ἀθέων ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν μεθοδειῶν καὶ μηχανημάτων καὶ παγίδων αὐτῶν ἐλευθέρωσον. Καὶ μὴ ἀποστήσῃς ἀφ’ ἡμῶν τὴν Σὴν κραταιὰν βοήθειαν, ὅτι ἡμεῖς οὐχ ἱκανοὶ ἐσμὲν πρὸς τὸ νικᾷν τὰ ἀντιπίπτοντα. Σὺ δὲ δυνατὸς εἶ πρὸς τὸ σώζειν ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐναντίων καὶ ἀπίστων ἀχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐνίσχυσον τὸν λαόν Σου καὶ τὸ στρατόπεδον ἡμῶν καὶ ὀχύρωσον καὶ ἐνδυνάμωσον καὶ κραταίωσον αὐτὸ εν ὥρᾳ πολέμου καὶ κατάβαλε καὶ σύντριψον καὶ ἀφάνισον τοὺς ἀθέους καὶ ἀπίστους βαρβάρους καὶ ἀγαρηνοὺς ἐχθρους ἡμῶν καὶ δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί Σου τῷ ἁγίῳ, μη ποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; Πρεσβείαις καὶ ἱκεσίαις της πανυπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ὅτι Σὺ εἶ ἡ βοήθεια καὶ ἡ ἰσχὺς ἡμῶν καὶ Σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ ἀναρχῳ Σου Πατρί, συν τῷ μονογενεῖ Σου Υἱῷ καὶ τῷ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νυν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αιώνων. Ἀμήν. Ἑτέρα. Καλλίστου Πατριάρχου. Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους, ὁ πάσης ἀγαθότητος χορηγός, ὁ τῶν θαυμασίων Θεός, ὁ τῶν οἰκτιρμῶν Πατήρ, ὁ τῆς συμπαθείας λιμήν, ἡ τῆς φιλανθρωπίας ἀκένωτος πηγή, ὁ τῇ σοφίᾳ διοικῶν τὰ πάντα, ὁ δεσμεύων καὶ πάλιν ἐξάγων, ὁ ταπεινῶν καὶ αὖθις ἀνυψῶν, ὁ τοῖς μὲν ὑπερηφάνοις ἀντιτασσόμενος, ταπεινοῖς δὲ διδοὺς χάριν, οὗ τὸ κράτει συνέχεται πᾶσα κτίσις, ὅση τε νοητή, καὶ αἰσθητή. Οὗ τὰ κρίματα ἄβυσσος πολλή, καὶ αἱ ὁδοὶ ἀνεξιχνίαστοι, οὗ τὸ πνεύματι πάντα ἄγεται. Οὗ ἐν τῇ χειρὶ πνοὴ πάντων τῶν ζώντων, ᾧ ὑπείκει τὰ ἄστρα, ᾧ πάντα ὑποτέτακται, ω πᾶσα δουλεύει κτίσις, Ὃν αἱ νοεραὶ πᾶσαι δυνάμεις τρέμουσι καὶ ἀλήκτοις δοξολογίαις γεραίρουσι. Ὃν τὰ σύμπαντα φωναῖς ἀλαλήτοις ὑμνεῖ. Σὺ τοίνυν νοητὲ δικαιοσύνης ἥλιε, Θεὲ ἀληθινέ, Ὁ πάντα ποιῶν καὶ μετασκευάζων μόνῳ τῷ βούλεσθαι, εὐμενεῖ καὶ ἱλεῳ ὄμματι ἔπιδε ἐπὶ τὸν λαόν Σου τὸν ἡμαρτηκότα καὶ ἀπεγνωσμένον καὶ κατάπεμψον ἐπ’ αὐτοὺς τὰ ἐλέη Σου τα πλούσια. Φεῖσαι τῆς κληρονομίας Σου, φεῖσαι τοῦ λαοῦ Σου, φεῖσαι τοῦ ἀμπελώνος, ὃν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά Σου. Τὴν ἔμφυτον ἀγαθότητα καὶ τὴν Σὴν ὑπὲρ ἡμῶν ἔχων ἱκετεύουσαν. Μνήσθητι τοῦ αἵματος τῶν δούλων Σου τοῦ ἐκκεχυμένου, μνήσθητι τῶν ἁγίων Σου θυσιαστηρίων, ἃ βεβήλοις ποσὶν ἐπατήθησαν, καίγε πυρὶ παρεδόθησαν. Μνήσθητι τῆς ἐλεεινῆς ἡλικίας, τῆς αἰχμαλωσίαν ἀσεβέσι παραδοθείσης, καὶ τὴν μὲν πατρῶαν εὐσέβειαν ἀνοήτῳ γνώμῃ ἐξομωσαμένης, τῷ διαβόλῳ ἐπιγραψαμένης, καὶ στῆσον ἤδη ῥάβδον ἁμαρτωλῶν κατὰ κλήρου δικαίων ἀφιεμένην. Μὴ παραδώῃς ἡμᾶς εἰς τέλος διὰ τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιον, καὶ διὰ ἄφατον ἔλεον τὸν ὑπερεκχυνόμενον ἐκ τῆς Σῆς ἀγαθότητος. Καὶ δὸς δὴ τῷ φιλοχρίστῳ βασιλεῖ ἡμῶν ἄνεσιν τῶν κατεχόντων τούτων ἀνιαρῶν, καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν ἐμφυλίων θορύβων καὶ στάσεων. Ἐνίσχυσον αὐτοῦ τὸν βραχίονα καὶ τοὺς ἐπανισταμένους αὐτῷ ὑπόταξον καὶ σύναψον αὐτοῦ τὰ στρατεύματα εἰς μιαν ὁμόνοιαν καὶ εἰρήνην καὶ πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καὶ ἀοράτῶν ἐχθρῶν ἀνώτερον αὐτον διατήρησον. Ἄγγελον αὐτῷ ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου Σου κατάπεμψον φύλακα, σαφῶς προπολεμοῦντα τοῦ Σοῦ βασιλέως, ἀστασίαστον ἐν βαθείᾳ γαλήνῃ τὴν βασιλείαν αὐτῷ δώρησαι, ὡς ἄν τὸ Σὸν ἅγιον ἔθνος ἐν τῇ γαλήνῃ αυτου ἥρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγῃ, καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐπεγειρομένην κατ’ αὐτοῦ ταραχήν, καὶ ἐπιβουλὴν τῇ ἀμάχῳ δεξιᾷ διασκέδασον, καὶ ἀνεπιβούλευτον καὶ μακρὰν αὐτῷ τὴν ζωὴν χάρισαι. Πρεσβείαις τῆς πανυπερενδόξου ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῶν ἀΰλων λειτουργῶν καὶ πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνός Σοι εὐαρεστησάντων. Ἀμήν. Ἑτέρα. Ἄναρχε Βασιλεῦ, ἀόρατε, ἀνεξιχνίαστε, ἀκατάληπτε, καὶ ἀνέκφραστε, ὁ πᾶσαν δρακὶ περιέχων τὴν κτίσιν καὶ διατηρῶν, ὁ διακατέχων καὶ διακυβερνῶν αὐτὴν ἀῤῥήτῳ λόγῳ, ὁ τῶν Νινευϊτῶν τὰς ἀνομίας, πρότερον μὲν ἀνεχόμενος, ὕστερον δὲ τὴν μετάνοιαν αὐτῶν καὶ ἐπιστροφὴν προσδεξάμενος, καὶ χαρισάμενος αὐτοῖς δι’ ὑπερβάλλουσαν ἀγαθότητα καὶ μακροθυμίαν πάσας τὰς ἀνομίας καὶ τὰ πλημμελήματα τῇ συνήθει, καὶ ἀφάτῳ Σου φιλανθρωπίᾳ δεξάμενος, δέξαι καὶ ἡμῶν τὰς εὐχάς, καθάπερ ὡς εἵρηται, τῶν Νινευϊτῶν τὴν ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν. Δέξαι τὰ δάκρυα καὶ τοὺς στεναγμούς. Δέξαι τὴν τεταπεινωμένην ἡμῶν δέησιν, οὐδὲ γὰρ δυνάμεθα ὅλως ταῖς ἁμαρτίαις γενόμενοι, πρὸς Σὲ τὸν μόνον ἀναμάρτητον ἀτενίζειν. Δέξαι τὰς ἐκ βάθους ὡς δίκην καπνοῦ ἀναπεμπομένας Σοι τῷ Δεσπότῃ κραυγάς. Δέξαι τοῦ ταλαιπωρημένου λαοῦ τὴν παράκλησιν. Νικησάτω ἡ ἄβυσσος τῆς Σῆς εὐσπλαγχνίας τὸ πλῆθος τῶν ἡμετέρων ἁμαρτιῶν, καὶ δὸς τῷ λαῷ Σου λύτρωσιν, ἐλευθερίαν τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς τοῦ θανάτου τομῆς ἄφεσιν. Ναὶ Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐπάκουσον τοῦ λαοῦ Σου ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτη, καὶ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ στῆσον τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπεγειρομένην ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων, οὓς Σὺ μόνος οἶδας καὶ ἐπίστασαι, παρ’ αὐτῶν γινωσκόμενος, ὅπως καὶ δι’ ἡμῶν τῶν Σῶν ἀχρείων δούλων δοξασθῇ τὸ πανάγιον Ὄνομά Σου, τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἑτέρα. Ὑπεράγαθε Κύριε, Δημιουργὲ τοῦ παντός, οὗ τὸ ἔλεος ἀμέτρητον καὶ ἡ φιλανθρωπία ἀνείκαστος, ὁ τὰς ἀνομίας ἡμῶν πάσας ἀράμενος καὶ τῷ Σταυρῷ προσηλώσας ἵνα καθαγιάσῃς ἡμᾶς ὁ ἀναμάρτητος καὶ παντὸς ῥύπου ἀνεπίδεκτος. Σοὶ θαῤῥοῦντες προσπίπτομεν ἱκετικῶς ἀνεξίκακε Κύριε, καὶ τῆς Σῆς ἀφάτου καὶ ἀμετρήτου φιλανθρωπίας τὸ πέλαγος ὑποσκοποῦντες, κράζομεν πρὸς Σὲ τὸν εὐδιάλλακτον Κύριον· σῶσον ἡμᾶς οὐ φαρισαϊκῶς τὰς ᾠδὰς ἡμῶν καὶ ὑμνῳδίας ἀναφέρομεν, ἀλλὰ τελωνικῶς, οὐδὲ κατὰ τὸν ἀγνώμονα ἐκεῖνον ληστήν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν εὐγνώμονα καὶ εὐχάριστον βοῶμεν τό· Μνήσθητι. Διὰ τοῦτο νικησάτω τὸ ἀνεξερεύνητον ἔλεος τὰς ἀνομίας ἡμῶν, εἰ καὶ μὴ προσηκόντως μετανοοῦμεν καὶ ἐπιστρέφομεν. Δεῖξον καὶ ἐν ἡμῖν, τῆς φιλανθρωπίας Σου τὸ μέγεθος. Σπλαγχνήσθητι καὶ διαλλάγηθι ὡς μακρόθυμος ἐπὶ τῷ λαῷ Σου. Στῆσον τὸ δρέπανον του θανάτου, ὥστε μὴ καθ’ ἡμῶ προβῆναι. Στῆσον τὴν ταχεῖαν καὶ ἄωρον τούτου τομήν. Στῆσον τῆς λοιμώδους νόσου τὴν δικαίαν ταύτην φθοράν. Στῆσον τὴν ῥομφαίαν τὴν καθ’ ἡμῶν διεγειρομένην, ἵνα μὴ ἀπολώμεθα. Σοὶ γὰρ μόνῳ ἡμάρτομεν, ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ προσπίπτομεν. Ναὶ Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀχρείων δούλων Σου ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ, καὶ μὴ ἀπώσῃ τὰς δεήσεις ἡμῶν, πάριδε τὰ πλημμελήματα ἡμῶν, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν γνώσει καὶ ἐν ἁγνοίᾳ, ἵνα δοξασθῇ καὶ ἐν ἡμῖν τὸ πανάγιον Ὄνομά Σου· τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν. Ἑτέρα. Εὐδιάλλακτε Κύριε, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε, χορηγὲ πάσης κτίσεως λογικῆς τε καὶ νοερᾶς, ὁ τὸ εἶναι ἐξ οὐκ ὄντων τοῖς πᾶσι δωρούμενος, καὶ τὸ εἶναι πανσόφως ἡμῖν χαρισάμενος δοξολογίαις καὶ ᾠδαῖς εὐχαρίστοις προσπίπτοντας τῇ Σῇ ἀνεικάστῳ ἀγαθότητι. Μὴ παρίδῃς ἡμᾶς, μηδὲ τὰς ἱλαστηρίους ἡμῶν προσευχάς, καὶ ἱκεσίας ἀπώσῃ, ἀλλ’ εὐδόκησον ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου Σου καὶ εἶδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά Σου. Καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς ἀπὸ ταύτης τῆς δεινῆς καὶ λοιμώδους νόσου, τῆς τομῆς τοῦ θανάτου, τῆς ψυχικῆς δηλαδή, καὶ σωματικῆς, ἡ γὰρ φοβερὰ αὕτη καὶ ἀπροσδόκητος συμφορά, οὐ μόνον σώματα εἰς τέλος νεκροῖ καὶ διαφθείρει ἀλλὰ καὶ ψυχάς, τελείως ἀπόλλυσιν, ἀμετανοήτως ἡμῶν διακειμένων καὶ προσκεκρουκότων ἐντεῦθέν Σοι τῷ Θεῷ ἡμῶν, διὰ τοῦτο Σοῦ δεόμεθα καὶ Σὲ παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐπακούσῃς τῆς δεήσεως τοῦ λαοῦ Σου καὶ ἱκεσίας καὶ ἀποστρέψῃς τὸ θυμόν Σου ἀφ’ ἡμῶν, ναὶ Κύριε, μὴ ὀργισθῇς εἰς τοὺς αἰῶνας ἡμῖν, μηδ’ ἐπιτείνῃς τὴν δικαίαν Σου καθ’ ἡμῶν ἀγανάκτησιν. Οὐδεὶς γὰρ δύναται ἔμπροσθέν Σου στῆναι, ἤ παῤῥησιάσθαι καὶ οὐδεὶς ζῶν ἄνθρωπος ὅλως ἐν Σοὶ δικαιωθήσεται. Πᾶσα γὰρ δικαιοσύνη ἀνθρώπου, ὡς ῥάκκος ἀποκαθημένης κατὰ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἡσαΐαν. Τὰ γὰρ ὄρη καὶ οἱ βουνοί, τῷ Σῷ φόβῳ συνεχόμενα κλονοῦνται καὶ φρίσσουσι. Κατάπαυσον τοίνυν τὴν ὀργήν Σου ἀφ’ ἡμῶν, ἀπόστρεψον τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν ἐκ τῆς δουλείας τῶν ἀσεβῶν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὴν κατὰ νοῦν γινομένην αἰχμαλωσίαν, τῇ τρικυμίᾳ καὶ ζάλῃ τῶν πειρασμῶν ὑπὸ τοῦ νοητοῦ Φαραώ. Οὐδὲ γὰρ δυνάμεθα κατ’ ἄμφω πλημμελούντες ᾄδειν Σοι ᾠδὴν εὐχαριστήριον ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας. Μνήσθητι ἡμῶν Κύριε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς, κατάπεμψον ἡμῖν Ἄγγελον πιστὸν φύλακα, ᾧ καὶ παρακατάθου τὴν ζωὴν ἡμῶν, ὅπως ἐξελῆται ἡμᾶς τῆς φοβερᾶς τοῦ θανάτου ὀργῆς, καὶ τῆς ἀπροσδοκήτου ταύτης ῥομφαίας, ἵνα διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης καὶ ἀνέσεως, δοξάσωμέν Σε τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὴν μία θεότητά τε καὶ Βασιλείαν, ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. Ἑτέρα. Σοῦ δεόμεθα, καὶ Σὲ παρακαλοῦμεν ἐκτενῶς τὸν Θεόν, καὶ πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἱλέῳ ὄμματι ἐπιβλέψῃς ἐπὶ τῷ λαῷ Σου, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν Σου, σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμῶν, καὶ τὴν ἡμετέραν γῆν ἐξερημωθεῖσαν διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, καὶ αἰχμάλωτον γεγονυῖαν καὶ δούλην τοῖς πολεμίοις, ἐπευδοκήσῃς ἐπανελθεῖν εἰς τὴν προτέραν ἐλευθερίαν, καθάπερ ποτέ, καὶ τοῦ παλαιοῦ Ἰακὼβ ἐκείνου τοῦ φέροντος τύπον τοῦ μονογενοῦς Σου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν εὐδοκίᾳ. Καὶ θελήσει τῇ Σῇ ὑποστρέψαντος τοὺς οἰκογενεῖς ἅπαντας πρὸς τὰ ἐπηγγελμένα τῶν ὑποσχημένων Σου ἀγαθῶν ἐπανήγαγες. Καὶ γὰρ ἐπ’ ἐκείνων τῇ συνήθει Σου φιλανθρωπίᾳ χρώμενος, ἀφήκας τὰς ἀνομίας αὐτῶν, κατέπαυσας πᾶσαν τὴν ὀργήν Σου, ἀπέστρεψας ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ Σου, ἐπίστρεψον τοίνυν καὶ ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τῶν σωτηρίων Σου ἐντολῶν φροντίζειν ἀξίωσον, ἀπόστρεψον τὸν θυμόν Σου ἀφ’ ἡμῶν, μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ὀργισθῇς ἡμῖν, ἤ διατενῇς τὴν ὀργή Σου ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν. Ὁ Θεὸς Σύ, ἐπιστρέψας ζώωσον ἡμᾶς, καὶ ὁ λαός Σου εὐφρανθήσεται. Δεῖξον καὶ ἐν ἡμῖν τὸ ἔλεός Σου καὶ ἀκουσόμεθα εἰρήνην καὶ ἀγαλλίασιν ἐπὶ Σέ. Ναὶ Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀχρείων δούλων Σου ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ, τοῦ κατασκηνῶσαι δόξαν καὶ εἰρήνην ἐν τῇ γῇ ἡμῶν, τῇ γῇ Σῇ συνάρξει καὶ βοηθείᾳ θαῤῥοῦντες ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἐλπίζομεν ἔλεος καὶ ἀλήθειαν ἔμπροσθεν ἡμῶν προπορεύεσθαι, ἐκτός Σου γὰρ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά Σου ὀνομάζομεν, καὶ μὴ ἀποστραφῇς ἡμᾶς εἰς τέλος, ἀλλ’ ἐξεγέρθητι καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ταπεινῶν καὶ ὡς ἀμνησίκακος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις ἡμῶν ἐπίστρεψον τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν, στῆσον τὴν καταιγίδα τῶν συμφορῶν, ἄνες ἡμῖν τα παραπτώματα ἡμῶν, ὅπως τῇ ἀνέσει τῶν συμφορῶν, δοξάσωμέν Σε τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησου Χριστοῦ, σὺν τῷ μονογενεῖ Σου Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αιῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἑτέρα. Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐν σοφίᾳ τὰ πάντα μόνῳ τῷ λόγῳ δημιουργήσας, καὶ ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι ταῦτα παραγαγών, καὶ εἰς ἕν συνάψας καὶ συναθροίσας τῇ ἀῤῥήτῳ Σου δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, πάντα γὰρ δυνατά Σοι, ἀδυνατεῖ δέ Σοι οὐδέν. Καὶ διὰ τοῦτο καιροὺς καὶ χρόνους καὶ ἐνιαυτοὺς συνάψας καὶ συναρμόσας τῷ Σῷ βουλήματι, καὶ κατακοσμήσας τοῦτον τὸν ὁρώμενον καὶ βλεπόμενον, ὁ τὸν οὐρανὸν ἐξαπλώσας καὶ χρωματώσας καθὰ καὶ τὴν σκηνὴν ἐκείνην διὰ Μωσέως καὶ τὸ πλῆθος ἐκεῖνο καὶ μυριάριθμον γένος τῶν Ἰουδαίων καταστείλας ἐν τάξει καὶ ὁμονοίᾳ καὶ τὸν Μωσῇ ἐπ’ αὐτοῖς διὰ τῆς Σῆς δεξιᾶς καὶ βραχίονος ἰσχυροῦ δημαγωγὸν καταστήσας καὶ μίαν ἀρχὴν αὐτοῖς δούς, καὶ διατηρήσας αὐτοὺς ἀβλαβεῖς ἐν τῇ Σῇ σκέπη καὶ κραταιᾷ χειρί, ὁ τὸν ἥλιον θέμενος εἰς φῶς τῆς ἡμέρας καὶ τὴν σελήνην εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, ὁ τὴν πληθὺν τῶν ἀστέρων ἐπὶ τοῦ στερεώματος καταπυκνώσας τῇ στεγανότητι, καὶ τὴν ἀεικίνητον δοὺς αὐτοῖς κίνησιν, καὶ ἐν τάξει θέμενος τούτους τῇ Σῷ προστάγματι φυλάσσειν τὸν ὅρον αὐτοῦ ὡς μὴ καὶ σύνολον ἡμᾶς περιβλάψαι, ἀλλὰ τῷ δρόμῳ καὶ τῇ κινήσει τρέψειν ἀόκνως κατὰ τὸ Σὸν βούλημα, ὁ τὴν γὴν ἀοράτως οὖσαν τῷ πρῶτον καὶ σκοτεινὴν ἀνακαλύψας, καὶ εἰς κάλλος αὐτὴν ἀναμορφώσας διὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν, ὁ τῷ Ἀβραὰμ εκείνῳ ποτὲ συνοδεύσας θεϊκῇ Σου δυνάμει καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ παραδοὺς ὑποχειρίους αὐτοῦ, ὁ τον Γεδεὼν ἐνισχύσας τοὺς ὑπεναντίους πανωλεθρίᾳ συντρίψας καὶ ἀφανίσας, ὁ τῷ βασιλεῖ καὶ Προφήτῃ Δαβίδ, τὸ κράτος δοὺς κατὰ τοῦ παλαιμναίου ἐκείνου Γολιάθ, καὶ εἰς τέλος αὐτὸν ἀφανίσας, ὁ διὰ τοῦ θεράποντός Σου Μωσέως, τὸ γένος τῶν Ἑβραίων ἐλευθερώσας τῆς πικρᾶς δουλείας, καὶ τῷ Φαραῷ τῇ ἀμάχῳ Σου δυνάμει καὶ κραταιᾷ Σου χειρί, πανστρατὶ καταποντίσας καὶ παραπέμψας αὐτὸν τῷ βυθῷ τῆς θαλάσσης καὶ τὸν στύλον τοῦ φωτός, ὁδηγὸν αὐτοῖς ἐπιδείξας, ἵνα μὴ προσκόπτωσιν οἱ πόδες αὐτῶν. Αὐτὸς καὶ νῦν Ἅγιε Βασιλεῦ τῆς δόξης ἐξαπόστειλον ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου Σου, ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς βασιλείας Σου, στῦλον φωτοειδῆ καὶ ὑπέρλαμπρον, εἰς ὁδηγία κατ’ ἐχθρῶν ὁρωμένων καὶ ἀοράτων νίκην, τοῦ κρατίστου καὶ ἁγίου μου αὐτοκράτορος, καὶ ἐνίσχυσον αὐτὸν τη δεξιᾷ Σου χειρί, καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ πορευομένους πιστοὺς δούλους Σου καὶ οἰκέτας, καὶ παράσχου αὐτῷ εἰρηνικὸν καὶ ἀτάραχον τὸ βασίλειον καὶ πάσης στάσεως καὶ ἐμφυλίου πολέμου ἀνώτερον. Ναὶ Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους, ἐπάκουσόν μου τοῦ ταπεινοῦ και ἀναξίου δούλου Σου, ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ καὶ κραταίωσον μὲν αὐτὸν τῇ ἀμάχῳ Σου καὶ ἀηττήτῳ δυνάμει, τὰ δὲ τούτου στρατεύματα, ἐνίσχυσον πανταχοῦ, καὶ διάλυσον τὰς ἐχθρὰς ἐπαναστάσεις τῶν ἐπανισταμένων τῷ κράτει αὐτοῦ, σύναψον αὐτοὺς ἐν ὁμονοιᾳ καὶ ὑποταγῇ δικαίᾳ, καὶ εἰρήνην βαθεῖαν καὶ ἀστασίαστον ἐν τὲ γῇ καὶ θαλάσσῃ αὐτῷ βράβευσον, καὶ πάντα πρὸς τὸ συμφέρον ἐπιχορήγησον, ἵνα τὰς ἐπεγειρομένας μάχας και θορύβους ἀποσεισάμενοι, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάσωμέν Σε τὸν τῶν θαυμασίων Θεον. Σὺ εἶ ο Βασιλεὺς τῆς εἰρήνης καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, καὶ Σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀει καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (1948)

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Α´ ΚΑΡΠΑΘΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΟΥ 1948 (ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ <<Κ.Ε.Ο.>> ΤΕΥΧΟΣ 63-64, ΜΑΪΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ. http://www.egoch.org/KEO.html Ἀποτελεῖ δι᾽ ἡμᾶς ἱερὸν χρέος ἡ κατ᾽ ἔτος ἀνάμνησις καὶ ἀναφορὰ εἰς τὸν Ἀλήστου μνήμης Ἀοίδιμον καὶ Ἀείμνηστον Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸν ΜΑΤΘΑΙΟΝ Α´ (Καρπαθάκην), κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς του τὴν 14-5-1950. Ηδη ἔχουν παρέλθει 63 ἔτη ἀπὸ τὴν ἐκδημίαν του ἐκ τῆς Στρατευομένης εἰς τὴν Θριαμβεύουσαν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ τοῦ ΘΕΟΥ, καὶ ἡ μνήμη του διατηρεῖται ζωντανή, ὡς νὰ εὑρίσκεται ἐν ζωῇ. Ἐφέτος δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν γενικῶς εἰς τὸν θεάρεστον καὶ θαυμαστὸν βίον του, ἀλλὰ εἰς τὴν κορωνίδα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πράξεών του, τὴν Ἱστορικῆς σημασίας Χειροτονίαν Ἐπισκόπου εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, εὑρισκόμενος εἰς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του, 87 ἐτῶν, Μόνος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς.Αὐτὴ ἡ πρᾶξις τὸν ἀνέδειξε Βιβλικὴν Μορφὴν καὶ Γνήσιον Ἀποστολικὸν Διάδοχοντῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀδιάδοχος Θεϊκὴ ΚΕΦΑΛΗ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικῶς ΙΣΤΟΡΙΚΗ καὶ ΚΑΝΟΝΙΚΗ καὶ ΝΟΜΙΜΟΣ αὐτὴ Πρᾶξις ἐτελέσθη τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1948, ὅταν κατ᾽ ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, συμφώνως πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας διὰ τὴν Διασφάλισιν τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1948 Ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τοῦ Κλήρου, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος προέβη μόνος του εἰς τὴν Χειροτονίαν Ἐπισκόπου, τοῦ Τριμυθοῦντος Κύπρου Σπυρίδωνος Πάσιου. Εἰς τὴν συνέχειαν, μετὰ τοῦ Τριμυθοῦντος ἐχειροτόνησε τὸν Πατρῶν Ἀνδρέαν Ἀνέστην τὴν 13-9-1948. Ὁμοῦ οἱ τρεῖς ἐχειροτόνησαν τὸν Θεσσαλονίκης Δημήτριον Ψαροθεοδωρόπουλον τὴν 16-9-1948, καὶ οἱ τέσσαρες μαζὶ τὸν Κορινθίας Κάλλιστον Μακρῆν τὴν 25-10-1948. Αἱ Ἀποστολικοῦ κύρους Χειροτονίαι αὐταὶ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου τὸ 1948ἦσαν Ἱστορικῶς ᾐτιολογημέναι καὶ Ἐκκλησιαστικῶς ἐπιβεβλημέναι. Ἐὰν διὰ τὸἀπαρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων ἐπιτρέπεται ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία Ἐπισκόπου, πόσο μᾶλλον διὰ τὸ ἀνύπαρκτον τῶν Ἐπισκόπων, ὡς συνέβαινε τὸ 1948; «Ἐὰν δὲ ἀνάγκη καταλάβῃ, ὑπὸ ἑνὸς χειροτονηθῆναι...» (Ἀποστολικαὶ Διαταγαί, Βιβλίον Η', Κεφ. ΚΖ'). Εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αἱ χειροτονίαι αὐταὶ ἀπετέλεσαν Σταθμόν, διὰ δὲ τοὺς πολεμίους τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Νεοημερολογίτας καὶ ψευδοπαλαιοημερολογίτας Φλωριναίους ἢ Φλωρινικούς, τοὺςΟΥΝΙΤΑΣ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ἀποτελοῦν κάρφος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν καὶ σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Αἱ ἀντιρρήσεις τῶν δύο αὐτῶν πολεμίων ἐξετάζονται ἀναλυτικώτερον εἰς τὴν συνέχειαν. ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ Ἀντιτείνονται ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ματθαίου καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν προερχόμενοι εἶναι ἀχειροτόνητοι, δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι, δὲν ἔχουν Ἀποστολικὴν Διαδοχήν, εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν ἔχουν Μυστήρια. Ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ μυστήρια ὅπου τελοῦν οἱ Ματθαιϊκοὶ εἶναι ἀνύπαρκτα, διότι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, καθὼς καὶ οἱ χειροτονήσαντες αὐτὸν καὶ οἱ χειροτονηθέντες μετ᾽ αὐτοῦ (σύνολον 7 Ἐπίσκοποι), ἦσαν καθῃρημένοι ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1935. Αἱ κατηγορίαι αὐταὶ τῶν Νεοημερολογιτῶν ἐναντίον τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Ματθαίου θὰ ἴσχυον ἐὰν δὲν εἶχον προηγηθῆ αἱ αἰωνόβιοι Πανορθόδοξοι Καταδίκαι τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ τῶν Νεοημερολογιτῶν, ἐὰν δὲν ἴσχυον τὰ ἐναντίον τωνἘκκλησιαστικὰ Ἀναθέματα, ἐὰν ὡς ἐκ τούτου οἱ δεχθέντες τὸ Νέον Ἡμερολόγιον δὲν ἦσαν ΕΚΤΟΣ τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας. Αἱ προϋποθέσεις αὐταὶ ὅμως δὲν εὐσταθοῦν, ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Δὲν εὐσταθοῦν δὲ διότι κάθε Ἐκκλησία ἡ ὁποία, κατὰ παράβασιν τῆς Πανορθοδόξου Καταδίκης καὶ τοῦ Ἀναθεματισμοῦ, ἐδέχθη τὸ Νέον Γρηγοριανὸν Παπικὸν Ἡμερολόγιον, καὶ κάθε Ἐκκλησία ἡ ὁποία κοινωνεῖ μετ᾽ αὐτῆς ἔστω καὶ ἐὰν ἀκολουθῇ τὸ Παλαιόν, κατέστη ΕΝΕΡΓΕΙᾼ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ. Τὰ Μυστήριά της στεροῦνται τῆς Θείας Χάριτος, καὶ αἱ Ἐκκλησιαστικαὶ Πράξεις της εἶναι Ἐκκλησιαστικῶς ἀνίσχυροι, ἀνυπόστατοι καὶ ἄκυροι. Τοῦτο ἀπορρέει καὶ καταδεικνύεται ἀπὸ μίαν σειρὰν γεγονότων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τὰ ὁποῖα εἶχον καταγράψει καὶ ἐγνώριζον καλῶς οἱ πρωτεργάται τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ προκληθέντος Ἐκκλησιαστικοῦ Σχίσματος τὸ 1924. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὸ 1924 εἶναι Ἀντικανονική, Παράνομος καὶ Πραξικοπηματική. α) Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διὰ Πανορθοδόξων Μεγάλων Συνόδων τὸ 1583, 1587 καὶ 1593 εἶχε ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ καὶ ΑΝΑΘΕΜΑΤIΣΕΙ τὸ Νέον Παπικὸν Ἡμερολόγιον καὶ εἶχε ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙ τὴν χρῆσίν του ἅμα τῇ ἐμφανίσει του: «...ἂς ἔχῃ τὸ ΑΝΑΘΕΜΑ καὶ ΕΞΩ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τῆς τῶν Πιστῶν Ὁμηγύρεως ἂς εἶναι...» (Σιγίλλιον Ἀποφάσεως Πανορθοδόξου Συνόδου 1583). β) Διότι καὶ ἄλλαι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι καὶ Πατριαρχικαὶ Ἀποφάσεις, ὅπως τοῦ 1722, 1756, 1836, 1848 καὶ 1904 ἐπανέλαβαν τὴν Ἀπαγόρευσιν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. γ) Διότι αἱ καταδικαστικαὶ αὐταὶ Ἀποφάσεις καὶ Ἀπαγορεύσεις ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ 341 ἔτη (1583-1924) ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδή, ἡ αἰωνόβιος πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας ἦτο πρακτικὴ ἀπορρίψεως καὶ καταδίκης, καὶ ὄχι ἀποδοχῆς, τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου ἢ τοῦ Πασχαλίου. δ) Διότι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὸ 1924 ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἑβραιομασονίας. Τὴν Ἀλλαγὴν δὲν τὴν ἔκανε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ε) Διότι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο Πραξικοπηματικῶς, Ἀντικανονικῶς, Παρανόμως καὶ μονομερῶς. στ) Διότι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ οὔτε δι᾽ Ἀποφάσεως νεωτέρας Πανορθοδόξου Συνόδου, καθότι αὕτη θὰ ἀντέβαινε εἰς τὰς Ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τὰς ληφθείσας ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὑπὸ τῶν προηγηθέντων Οἰκουμενικοῦ κύρους Πανορθοδόξων Συνόδων, καὶ δὲν θὰ ἦτο νόμιμος. Ἡ Καταδίκη, ὁ Ἀναθεματισμὸς καὶ ἡ Ἀπαγόρευσις κάθε Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου ὑπῆρξε Πανορθόδοξος, ὁπότε μία Ἀποδοχὴ τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ὅποτε καὶ ἐὰν ἤθελε ἀποφασισθῇ ὑπὸ νεωτέρας Πανορθοδόξου Συνόδου, θὰ ἦτο ἄκυρος καὶ ἀνυπόστατος καὶ θὰ καθιστοῦσε αὐτὴν τὴν Σύνοδον Ἀντορθόδοξον. ζ) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ Ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ ὅπως αὐτὸ διετυπώθη εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Οἰκουμενιστικῆς Κινήσεως, τὴν Διαβόητον Αἱρετικὴν Ἐγκύκλιον τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1920, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Αἱρέσεις ἀναγνωρίζονται ὡς «Ἐκκλησίαι Χριστοῦ, ὡς σύσσωμοι καὶ συγκληρονόμοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ». η) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἀπεφασίσθη ὑπὸ ἑνὸς ΛΗΣΤΡΙΚΟΥΣΥΝΕΔΡΙΟΥ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὸ 1923 (ἀπὸ 10 Μαΐου ἕως 8 Ἰουνίου), ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μασόνου Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Τὸ Συνέδριον αὐτὸ αὐτοτιτλοφορήθηκε «Πανορθόδοξον», ἀλλὰ τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα δὲν συμμετεῖχον εἰς αὐτὸ οὔτε ἐφήρμοσαν τὴν Ἀπόφασίν του ἀποδεικνύει πόσον Ἀντορθόδοξον ἦτο. θ) Ὁ πρωτεργάτης τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου Μελέτιος Μεταξάκης ἦτο καθῃρημένος ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅταν προήχθη ὑπὸ τῆς Ἑβραιομασονίας καὶ ἐγένετο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς κἂν νὰ τηρηθοῦν αἱ νόμιμαι διαδικασίαι ψηφοφορίας τῆς Συνόδου. ι) Ὁ ἄλλος πρωτεργάτης τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου καὶ ΜασόνοςΧρυσόστομος Παπαδόπουλος προήχθη εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν τὴν 23ηνΦεβρουαρίου 1923, ὅλως ἀντικανονικῶς, τῇ περιφρονήσει τῆς Ἱεραρχίας τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ πενταμελοῦς Ἀριστίνδην Συνόδου διορισθείσης ὑπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως Γο- νατᾶ. Συμφώνως πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οἱ προαχθέντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπισκόπου διὰ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν μέσων ἢ διὰ Ἀριστίνδην Συνόδου ὑπόκεινται εἰς καθαίρεσιν, καθὼς καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τοιαύτην Σύνοδον, ἤτοι, καθαιροῦνται καὶ οἱ χειροτονήσαντες καὶ οἱ χειροτονηθέντες. ια) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο ὅλως ἐξωεκκλησιαστικῶς μὲ τὴν πίεσιν τῆς ἐπαναστατικῆς στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα-Γονατᾶ, καὶ τὴν ἀπειλητικὴν της ἐπέμβασιν εἰς τὰς Συνοδικὰς συνεδριάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη μία ἀπόδειξις ὅτι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. ιβ) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο παρὰ τὴν ρητὴν Ἄρνησιν τῶν πρεσβυγενῶν καὶ τῶν μεγάλων Πατριαρχείων τὰ ὁποῖα συνέχισαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ Παλαιόν Ἡμερολόγιον. Ἐν κατακλείδι, τόσον ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτή, ὅσο καὶ ὁ Πραξικοπηματικός, Ἀντικανονικὸς καὶ Παράνομος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο,κατέστησαν ἀμέσως τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ, ΕΝΕΡΓΕΙᾼΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀπαρέγκλιτος θέσις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ματθαίου Καρπαθάκη, ὁ ὁποῖος παρέμεινεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἕως τέλους καὶ οὐδέποτε, ἀπὸ τὸ 1924 καὶ μετά, ἀνεγνώρισε τὰς ἀποφάσεις τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς Ἐκκλησιαστικῶς δεσμευτικάς, οὔτε τὰ Μυστήριά της ὡς ἔχοντα Θείαν Χάριν. ΟΙ ΦΛΩΡΙΝΑΙΟΙ ΟΥΝΙΤΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ Απορρίπτουν τὰς ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου χειροτονίας Ἐπισκόπων τὸ 1948 μὲ μίαν σειρὰν κατηγοριῶν καὶ ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι ἀνυπόστατοι, ἀβάσιμοι καὶ ἀνίσχυροι, ὅπως ἀποδεικνύεται εἰς τὴν συνέχειαν. 1η Κατηγορία: Ἡ Χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ᾽ ἑνὸς Ἐπισκόπου ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας καὶ δὲν εἶναι Κανονική, ἐπειδὴ πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ δύο ἢ τριῶν. Ἀναίρεσις: Ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία Ἐπισκόπου ἀπαγορεύεται ὅταν ὁ χειροτονῶν Ἐπίσκοπος ἀνήκει εἰς Σύνοδον, ὅταν ὑπάρχῃ Σύνοδος, διότι τότε ἡ χειροτονία ἀποτελεῖ πραξικόπημα, ὄχι διότι ὁ εἷς Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ἀρκετὸς νὰ χειροτονήσῃ Ἐπίσκοπον. Ἡ Ἀπαγόρευσις λοιπὸν προϋποθέτει ὁπωσδήποτε τὴν ὕπαρξιν Συνόδου ἢ τὴν ὕπαρξιν ἔστω καὶ ἑνὸς ἀκόμη Ἐπισκόπου. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 δὲν ἴσχυεν αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις. Διὰ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος δὲν ἐστασίαζεν ἐναντίον οὐδεμιᾶς Συνόδου, διότι τότε δὲν ἦτο μέλος κάποιας Συνόδου, οὔτε ὑπῆρχε Σύνοδος Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, οὔτε ὑπῆρχεν εἷς ἀκόμη Ἐπίσκοπος μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν. Διὰ τοῦτο, ἡ ἀνωτέρω κατηγορία δὲν εὐσταθεῖ οὔτε δύναται νὰ στοιχειοθετηθῇ. Δὲν ὑπάρχει Ἱερὸς Κανὼν τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὸν ἕνα Ἐπίσκοπον νὰ χειροτονῇ ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι μόνος του, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος εἰς τὴν Τοπικὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Ὅλοι οἱ Κανόνες οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν τὴν ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονίαν Ἐπισκόπου ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ καὶ θεωροῦν ὡς δεδομένην τὴν ὕπαρξιν Συνόδου ἢ τὴν ὕπαρξιν ἔστω ἑνὸς ἀκόμη ἄλλου Ἐπισκόπου μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ χειροτονῶν νὰ ἔχῃ Κανονικὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν. Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο μόνος του τὸ 1948. Δὲν εἶχε Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μὲ κανένα Ἐπίσκοπον, διότι μὲ δύο Ἐγκυκλίους τὸ 1937 εἶχεν ἀποκόψει ὡς Σχισματικοὺς καὶ εἶχεν ἀπορρίψει τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ τὸν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ἐνῶ τὸ 1943 διέκοψε Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Κυκλάδων Γερμανοῦ ὡς Σχισματικοῦ καὶ ἔκτοτε παρέμεινε μόνος του. Ἡ διακοπὴ ἐγένετο διὰ λόγους πίστεως καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὰς Ἐγκυκλίους του. Τὸ φρόνημα τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου ἦτο ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως καὶ ΕΝΕΡΓΕΙᾼ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ὅτι στερεῖται τῆς Θείας Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος κα`ὶ δὲν ἔχει Μυστήρια. Τὸ φρόνημα τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ τῶν ὑπολοίπων ἦτο ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν θεωροῦν μόνον ὑπόδικον ὡς μὴ καταδικασμένην ὑπὸ Μεγάλης Συνόδου, δὲν εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙᾼ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ἀλλὰ μόνον ΔΥΝΑΜΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ἤτοι, τὰ Μυστήριά της εἶναι Ἔγκυρα, τὸ Μύρον τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἔχει Ἁγιαστικὴν Χάριν, καὶ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ Νέον Ἡμερολόγιον καὶ προσερχόμενοι δὲν πρέπει νὰ μυρώνωνται. 2α Κατηγορία: Αἱ χειροτονίαι τὰς ὁποίας ἐτέλεσεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος μόνος του εἶναι ἄκυροι καὶ ἀνυπόστατοι, διότι ἐνῶ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν διαδικασίαν, δὲν τοὺς ἔλαβεν ὑπ᾽ ὄψιν καὶ τοὺς ἠγνόησεν. Ἀναίρεσις: Ὁ Βρεσθένης ὄντως ἠγνόησε τοὺς Νεοημερολογίτας Ἐπισκόπους, διότι ἐπεβάλετο νὰ τοὺς ἀγνοήσῃ ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικούς, ὅπως τοὺς εἶχον ἀγνοήσει ὅλοι οἱ Γ.Ο.Χ. τὸ 1924 καὶ τὸ 1935 καὶ ἔκτοτε. Ὁ Χριστιανουπόλεως Χριστόφορος Χατζῆς καὶ ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης, δύο ἐκ τῶν χειροτονηθέντων μετὰ τοῦ Βρεσθένης τὸ 1935, δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν, διότι αὐτοὶ εἶχον ἀναγνωρίσει ὡς Κανονικὴν τὴν Καθαίρεσίν των ὑπὸ τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἰδιώτευον καὶ ἐλειτουργοῦσαν ὡς Ἱερεῖς, ὅπερ ἀποτελεῖ Αὐτοκαθαίρεσιν καὶ προδοσίαν τῆς Ἀρχιερωσύνης των, πρᾶγμα ἀνεπανόρθωτον, κατὰ τὸν Β´ Κανόνα τῆς ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Συνόδου τὸ 879. Ἀποτελεῖ καὶ προδοσίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ὁ δὲ Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας προφορικὰς καὶ ἐγγράφους ἐκκλήσεις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, μὲ πολλοστὴν τὴν Ἐπιστολὴν τῆς 9-7-1948, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, δηλαδή, νὰ κηρύξουν ΕΝΕΡΓΕΙᾼ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὅπως εἶχον πράξει τὸ 1935, καὶ νὰ προχωρήσουν μαζὺ εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων, παρέμειναν εἰς τὸ κακόδοξον φρόνημά των μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των καὶ δὲν ἐχειροτόνησαν ποτέ. Καίτοι αὐτοὶ ἦσαν ἐν τῇ Κακοδοξίᾳ, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος δὲν τοὺς ἠγνόησεν. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως ἐπέμενον εἰς τὴν Κακοδοξίαν των καὶ δὲν εἶχεν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ᾽ αὐτῶν, δὲν ὑποχρεοῦτο, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπηγορεύετο, νὰ συμπράξῃ μετ᾽ αὐτῶν. Οἱ ἴδιοι ἐπὶ ἕνδεκα (11) ἔτη δὲν εἶχον Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Βρεσθένης οὔτε ἐλειτουργοῦσαν μετ᾽ αὐτοῦ. Πῶς λοιπὸν ἠξίωναν νὰ συμπράξῃ μετ᾽ αὐτῶν ἢ νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν εἰς τὴν χειροτονίαν Ἐπισκόπων; Τοῦτο ἀποτελεῖ μεγίστην ἀπάτην, καταπάτησιν τῆς κοινῆς λογικῆς, καὶ ἐξαπάτησιν τοῦ λαοῦ. Ἐξ ἄλλου, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ Μεγαρίδος Χριστόφορος καὶ ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος ἐδημοσίευσαν δέσμευσιν εἰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, τὴν14-11-1945, ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ προβοῦν εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων, τὴν ὁποίαν καὶ ἐτήρησαν μέχρι τοῦ θανάτου των. Οὕτω ἀπέδειξαν τὸ Αἱρετικὸν φρόνημά των, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι Κανονικὴ καὶ ἔχει ἔγκυρα Μυστήρια, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἀντικανονικὴ πρᾶξις ἡ ὑπ᾽ αὐτῶν χειροτονία Ἐπισκόπων. Βεβαίως, ἀφοῦ δι᾽ αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι μόνον Δυνάμει Σχισματική, δηλαδή, εἶναι Κανονικὴ μὲ ἔγκυρα Μυστήρια, τότε καὶ ἡ ὑπ᾽ αὐτῆς Καθαίρεσίς των καὶ ἡ ἐπαναφορά των εἰς τὴν τάξιν τῶν Μοναχῶν τὸ 1935εἶναι Κανονική, ἔγκυρος καὶ ἰσχυρά. Κατὰ τὸ φρόνημά των, λοιπόν, ἀπὸ τὸ 1935 καὶ μετὰ δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ Μοναχοί. Πῶς ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν Βρεσθένης νὰ συμπράξῃ μετὰ Μοναχῶν διὰ τὴν χειροτονίαν Ἐπισκόπων; Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Βρεσθένης κατεδίκασε καὶ ἀπεκήρυξε τὸν πρώην Φλωρίνης καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ διότι ἐκήρυττον τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς Δυνάμει μόνον Σχισματικήν. Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ὅμως ΔΕΝ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ποτὲ τὸν Βρεσθένης, ὁ ὁποῖος ἐκήρυττε τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικήν, διότι τότε θὰ κατεδίκαζαν καὶ τὸν ἑαυτόν τους, ἐπειδὴ τὸ 1935 τὴν εἶχον ἀποκηρύξει καὶ αὐτοὶ ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικήν. Αἱ μεταπτώσεις καὶ αἱ ἀλλαγαὶ τοῦ φρονήματός των τοὺς ἔφερον εἰς δεινὴν θέσιν. 3η Κατηγορία: Ὑπῆρχον Ἐπίσκοποι καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νέων χειροτονιῶν. Ἀναίρεσις: Ἡ Κατηγορία αὐτὴ χρειάζεται δύο ἀπαντήσεις. α) Νεοημερολογῖται Ἐπίσκοποι ὑπῆρχον καὶ τὸ 1935, ὅμως τότε ὁ πρώην Φλωρίνης μὲ τὸν Δημητριάδος καὶ τὸν Ζακύνθου δὲν τοὺς ἔλαβον ὑπ᾽ ὄψιν των, καὶ ἐχειροτόνησαν τέσσαρας Ἐπισκόπους, ἔχοντες ἤδη ἀποκηρύξει τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς ΕΝΕΡΓΕΙᾼ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ. Καὶ καλῶς ἔπραξαν. Διατί θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του τοὺς Νεοημερολογίτας ὁ Βρεσθένης τὸ 1948; Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη χειροτονιῶν τὸ 1935, ἀναντιρρήτως ὑπῆρχε πολὺ περισσότερον καὶ τὸ 1948. β) Ἀπὸ τὸ 1937, μὲ τὴν διακήρυξιν τοῦ Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ, δηλαδή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι ΔΥΝΑΜΕΙ μόνον Σχισματικὴ καὶ ὄχι ΕΝΕΡΓΕΙᾼ Σχισματική, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ ἀργότερον ὁ Κυκλάδων Γερμανός, ἀνεγνώρισαν τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν οὐσιαστικῶς ὡς Κανονικήν, ὡς ἔχουσαν Ἁγιαστικὴν Χάριν εἰς τὰ μυστήριά της. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ὑπ᾽ αὐτῆς Καθαίρεσίς των εἶναι Κανονικὴ καὶ Ἰσχυρά. Ὁπότε αὐτοὶ τὸ 1948 δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι ἀλλὰ Μοναχοί. Τὸ γεγονὸς μάλιστα ὅτι ὑπέβαλον Αἰτήσεις πρὸς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὸ Νεοημερολογιτικὸν Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Θρησκευμάτων, διὰ τὴν Ἄρσιν τῆς Καθαιρέσεώς των ὑπὸ τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των εἰς Νεοημερολογιτικὰς Μητροπόλεις, ἀποδεικνύει ὅτιἀνεγνώριζον τὴν μὲν Καθαίρεσίν των ὡς Πρᾶξιν Κανονικήν, Ἰσχυρὰν καὶ Ἐκκλησιαστικήν, τὴν δὲ Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς Ὀρθόδοξον καὶ ἁρμοδίαν νὰ ἀναιρέσῃ τὴν Καθαίρεσίν των. Ἐν ὀλίγοις, διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν ὡμολόγησαν σαφέστατα καὶ ἀπεδέχθησαν μὲ τὸν πλέον ἐπίσημον τρόπον ὅτι δὲν ἦσαν Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ ἁπλῶς Μοναχοί. Καὶ Μοναχοὶ ὄντες, πῶς ἀπαιτοῦσαν νὰ συμπράξῃ ὁ Βρεσθένης μετ᾽ αὐτῶν εἰς τὴν χειροτονίαν ἐπισκόπων τὸ 1948; Αὐτὸ τοὺς τὸ κατήγγειλεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ὑπευθύνως εἰς τὴν Ἐγκύκλιον τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1944. Ὁ Βρσθένης ποτὲ δὲν ἔλαβεν ὑπ᾽ ὄψιν του τὴν Καθαίρεσίν του ὑπὸ τὴς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας οὔτε διεννοήθη νὰ ζητήσῃ τὴν Ἀναίρεσιν αὐτῆς. Ἐπὶ πλέον, μὲ Κηρύγματα, Ἐγκυκλίους, Διασαφήσεις καὶ Δημοσιεύματα εἰς τὸν Τύπον, πολλάκις κατέστησαν γνωστὸν ὅτι δὲν ἐθεώρουν τοὺς ἑαυτούς των Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀλλὰ ὅτι ἦσαν ἁπλῶς «τὸ καθαρὸν αἷμα» καὶ «ἡ φρουρὰ» μέσα εἰς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν, ὅτι ἦσαν «ἰδεολόγοι ἑνὸς Ὀρθοδόξου θεσμοῦ καὶ δὲν ἀποτελοῦν ἀνεξάρτητον Ἐκκλησίαν», καὶ ὅτι δὲν εἶχον οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ προβοῦν εἰς χειροτονίας ἐπισκόπων. Ἐπὶ λέξει διεκήρυξαν: «Ἡμεῖς οἱ Παλαιημερολογῖται δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην ἀλλ᾽ εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς μία Φρουρά» (βλέπε τὴν ἀπὸ 1/6/1944 ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ ἐπίσης τὴν ἀπὸ 18/1/1945 ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΝ του). Πῶς λοιπὸν ἐγείρεται ἡ ἀξίωσις ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου ὥστε νὰ μὴν χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους μόνος του ἢ καὶ νὰ μὴν χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους παντελῶς; 4η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐχειροτόνησε μόνος του χωρὶς Ἔγκρισιν Συνόδου. Ἀναίρεσις: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τὸ ἔτος 1948 δὲν ἦτο μέλος κάποιας Συνόδου ἀπὸ τὴν ὁποίαν νὰ ἔπρεπε ἢ ἔστω νὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἔγκρισιν ἢ σύμψηφον διὰ τὰς χειροτονίας νέων Ἐπισκόπων. Τοῦτο ἀποτελεῖ Ἱστορικὴν πραγματικότητα. Τὸ 1937 εἶχεν ἀποκηρύξει τὸν Δημητριάδος καὶ τὸν πρώην Φλωρίνης ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν των εὐελιξιῶν καὶ τῆς σοφιστείας τοῦ Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ. Ἀπὸ τὸ 1943 ἦτο μόνος του, ἔχων ἀποκηρύξει τὸν Κυκλάδων ὅστις ἤρχισε νὰ φρονῇ καὶ νὰ δηλώνῃ τὰς ἰδίας ἀντορθοδόξους δοξασίας τοῦ πρώην Φλωρίνης. Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν «ἐπίσκοποι» εἶχον ἤδη ἐκπέσει ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν τὴν διακηρυχθεῖσαν τὸ 1935 πρὸ τῆς χειροτονίας τῶν τεσσάρων Ἐπισκόπων. Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν οἱ ἴδιοι εἰς τὴν ὑπ᾽ ἀριθμὸν 13 Ἐγκύκλιοντὴν ὁποίαν ἐξέδωκαν τὴν 26ην Μαΐου 1950, μόλις 12 ἡμέρας μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου. Εἰς αὐτὴν ἀνῄρεσαν καὶ ἀνεκάλεσαν ὅλας τὰς ἀπὸ τὸ1937 καὶ ἕως τότε Πράξεις, Ἐγκυκλίους, Δημοσιεύσεις, Διακηρύξεις, Κηρύγματακαὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἐπιστημονικὸν ὅρον Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ, ὡς ἀντίθετα πρὸς τὰς Ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ὁμολογίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Δι᾽ αὐτῆς τῆς Ἐγκυκλίου διεκήρυξαν τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὴν Ὁμολογίαν τοῦ 1935. Αὐτὸ ἀποτελεῖ δημοσίαν ὁμολογίαν τῆς περὶ τὸν πρώην Φλωρίνης «Συνόδου» τὸ 1950 ὅτι ἀπὸ τὸ 1937 ἕως τὸ 1950, ἄρα καὶ κατὰ τὸ 1948, κατὰ τὸ ἔτος τῶν ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Χειροτονιῶν, δὲν ἦσαν Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ Μοναχοί, δὲν ἦσαν Σύνοδος Ἐπισκόπων, δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι, δὲν εἶχον τὸ Ὀρθόδοξον φρόνημα ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙᾼΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, τὸ ὁποῖον ἐκήρυττεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος. Μὲ ποῖον δικαίωμα λοιπὸν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ λάβῃ παρ᾽ αὐτῶν Ἐγκρισιν ὡς παρὰ Συνόδου; Ἀποδεικνύουν περιτράνως καὶ ὁμολογοῦν ἐπισήμως καὶ δημοσίως διὰ τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς ὅτι καὶ οἱ τέσσαρες δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τὸ 1948, ὁπότε δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του ὁ Βρεσθένης, τὸν ὁποῖον δικαιώνουν κατὰ κράτος. Διὰ τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς ἀναγνωρίζουν τὴν Κανονικότητα τῶν χειροτονιῶν τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, διακηρύσσοντες κατ᾽ οὐσίαν ὅτι ἦτο ὁ μόνος ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τὸ 1948. Ἐὰν ἐπίστευον ὅτι ἦσαν Σύνοδος Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Βρεσθένης ὤφειλε νὰ λάβῃ Ἔγκρισιν διὰ τὰς Χειροτονίας τοῦ 1948, ὡς νὰ ἦτο μέλος της, ὅπως διατείνονται καὶ ἀφήνουν νὰ ἐννοηθῇ ψευδῶς, διατί δὲν προέβησαν ποτὲεἰς τὴν Καθαίρεσιν οὔτε τοῦ Βρεσθένης οὔτε τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ χειροτονηθέντων; Ἁπλούστατα, διότι δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦσαν Σύνοδος, ὅτι ἦσαν Ἐπίσκοποι, ὅτι ἦσαν Ὀρθόδοξοι, καὶ ὅτι εἶχον οἱανδήποτε δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ Βρεσθένης καὶ τῶν Χειροτονιῶν του. Ἐμμέσως καὶ ἀμέσως ἀνεγνώρισαν τὰς Χειροτονίας Ἐπισκόπων τοῦ Βρεσθένης ὡς ΚΑΝΟΝΙΚΑΣ. 5η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο τιτουλάριος καὶ δὲν ἠδύνατο νά χειροτονήσῃ. Ἀναίρεσις: Ἀπὸ τὸ 1935 ἕως τὸ 1937, ὅταν οἱ Γ.Ο.Χ. ἦσαν ἡνωμένοι, ὁ Βρεσθένης προέβη εἰς πολλὰς Ἱεροπραξίας, Κουρὰς Μοναχῶν καὶ Χειροτονίας Διακόνων καὶ Ἱερέων, χωρὶς νὰ ἐλεγχθῇ ὑπὸ τῆς Συνόδου του ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ τοιαύτας πράξεις διότι ἦτο τιτουλάριος. Καὶ αὐτὴ λοιπὸν ἡ κατηγορία τῶν Φλωριναίων εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ καὶ δὲν δύναται νὰ τοῦ καταλογισθῇ καὶ ἀπορρίπτεται. Βεβαίως ὁ τιτουλάριος Ἐπίσκοπος, ἂν καὶ εἶναι κανονικὸς καὶ πλήρης Ἐπίσκοπος, ὅταν ἀνήκει εἰς Σύνοδον δὲν τελεῖ Ἱεροπραξίας, Μυστήρια, Ἐγκαίνια ἢ Κουρὰς Μοναχῶν, χωρὶς τὴν ἄδειαν ἢ ἐντολὴν τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου ἢ τῆς Συνόδου. Ὅταν ὅμως δὲν ἀνήκῃ εἰς Σύνοδον, ὅπως ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἀπὸ τὸ1943 ἕως τὸ 1948, πῶς καὶ διατί νὰ μὴν τελέσῃ ἅπαντα τὰ τοῦ Ἐπισκόπου δικαιώματα καὶ καθήκοντα; Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι ὁ πρώην Φλωρίνης δὲν ἦτο οὔτε κἂν τιτουλάριος,διότι εἶχε παραιτηθῆ ἀπὸ τὴν Μητρόπολιν Φλωρίνης, καὶ ὅμως τελοῦσε Μυστήρια καὶ χειροτονίας κληρικῶν. Ἐκεῖνος εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς Ἱεροπραξίας καὶ ὁ Βρεσθένης δὲν τὸ εἶχεν; Ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ τῶν ὑπ᾽ αὐτὸν ἦτο νὰ μείνουν ἀκέφαλοι οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἄνευ Ἐπισκόπων, καὶ νὰ ὑποχρεωθοῦν ἐξ ἀνάγκης νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο μόνος του καὶ ἐχειροτόνησε τέσσαρας Ἐπισκόπους διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνολικῶς τέσσαρες, δὲν ἐχειροτόνησαν οὔτε ἕνα Ἐπίσκοπον. Ἦσαν τέσσαρες καὶ ὅμως ἄφησαν τοὺς ὀπαδούς των ἀκεφάλους, χωρὶς Ἐπισκόπους. Διατὶ αὐτοὶ οἱ τέσσαρες δὲν ἐχειροτόνησαν οὔτε ἕνα Ἐπίσκοπον; Διότι ὄχι μόνον δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ ἀποδεχθέντες τὴν καθαίρεσίν των, ἦσαν ἁπλοῖ Μοναχοί, καὶ δι᾽ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, καὶ καλῶς δὲν τοὺς ἔλαβε. Ἢ μήπως θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν εἶχε χειροτονήσει καὶ ὁ Ματθαῖος Ἐπισκόπους διὰ νὰ τρέχουν καὶ οἱ Ματθαιϊκοὶ εἰς τοὺς Νεοημερολογίτας Ρώσους τῆς Διασπορᾶς εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ πάρουν χειροτονίαν ὅπως ὁ Φλωριναῖος Ἀκάκιος Παππᾶς τὸ1960; Ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν Ἐπισκόπων, οἱ δύο, ὁ Χριστόφορος Χατζῆς καὶ ὁ Πολύκαρπος Λιώσης, δηλώσαντες μετάνοιαν, προσεχώρησαν εἰς τὴν Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ ἐνετάχθησαν ὡς κανονικὰ μέλη τῆς Συνόδου της, ἔχοντες ἀποκηρύξει καὶ προδώσει τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἄλλη μία δικαίωσις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου. Οἱ ἄλλοι δύο, ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ ὁ Κυκλάδων Γερμανός, ἀπέθανον ἔχοντες δημοσιεύσει εἰς Ἐγκυκλίους τὸ παλαιὸν φρόνημα των ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι μόνον Δυνάμει Σχισματική, ὅτι μέχρι νὰ γίνῃ Πανορθόδοξος Σύνοδος νὰ τὴν καταδικάσῃ (ἡ ὁποία δὲν ἔγινε ποτέ) εἶναι ὑπόδικος, ἄρα Κανονικὴκαὶ ἔχει Χάριν εἰς τὰ Μυστήριά της, ὅτι τὸ Μύρον τοῦ Πατριαρχείου ἔχει Ἁγιαστικὴν Χάριν καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ μυρώνωνται οἱ βαπτισθέντες εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ προσερχόμενοι. Καὶ πάλιν ἄλλη μία δικαίωσις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι Δυνάμει μόνον Σχισματικὴ ἐπειδὴ δὲν κατεδικάσθη Συνοδικῶς διὰ τὴν παράβασίν της, τότε καὶ ὁ Βρεσθένης, ὁ ὁποῖος δὲν κατεδικάσθη Συνοδικῶς διὰ τὰς Χειροτονίας Ἐπισκόπων τοῦ 1948, εἶναι Δυνάμει μόνον Ἀντικανονικός. Ἐάν, ὅπως λέγουν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἔχει ἔγκυρα Μυστήρια μὲ Ἁγιαστικὴν Χάριν ἐπειδὴ εἶναι ὑπόδικος, τότε καὶ αἱ Χειροτονίαι Ἐπισκόπων τοῦ 1948 εἶναι Ἔγκυροι καὶ Κανονικαί, ἐπειδὴ ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος εἶναι ὑπόδικος. Διατί τὰς ἀπέρριψαν οἱ Φλωρινικοὶ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν πρὸ Συνοδικῆς Ἀποφάσεως καὶ δὲν τὰς ἐδέχθησαν ὅπως δέχονται τὸ Νέον Ἡμερολόγιον; Αἰδώς, Ἀργεῖοι! 6η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἔπρεπε νὰ εἶχε πάρει τὸ σύμψηφον ἔστω ἑνὸς Ἐπισκόπου τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου διὰ νὰ εἶναι Κανονικαὶ αἱ χειροτονίαι τοῦ 1948. Ἀναίρεσις: Μὲ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν οἱ Φλωριναῖοι ἀπορρίπτουν μόνον τὴν Πρᾶξιν τῆς Ἐκλογῆς τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀποδέχονται τὴν Πρᾶξιν τῆς Χειροτονίας αὐτῆς καθ᾽ ἑαυτῆς, καὶ οἱ ἴδιοι ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι Κανονικὴ καὶ Νόμιμος ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ᾽ ἑνὸς Ἐπισκόπου ὅταν ὑπάρχει σύμψηφον. Ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ Ἱερὸν «Πηδάλιον», κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας ἡ λέξις «χειροτονῶ» ἐσήμαινε «τείνω τὴν χεῖρα» ἤτοι «ψηφίζω». Δηλαδή, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Φλωριναῖοι ἀποδέχονται ὅτι ὡς Μυστήριον ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου δύναται νὰ τελεσθῇ ὑφ᾽ ἑνός. Αὐτὸ συνέβη πολλάκις εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκλογή, ὅμως, κατὰ τοὺς Φλωριναίους δὲν ἀρκοῦσε πρὸς τοῦτο ὁ εἷς Ἐπίσκοπος, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, ἀλλὰ ἐχρειάζετο τὸ σύμψηφον καὶ ἑνὸς ἀκόμη Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ Νεοημερολογίτου. Ἡ κατηγορία αὐτὴ προϋποθέτει καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι Ὀρθόδοξος καὶ ὄχι Σχισματική. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦτο καὶ εἶναι τὸ κακόδοξον φρόνημα τῶν Φλωριναίων, καὶ τότε καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο δὲν συνέπραξε μαζύ των ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος. Εἰς τὴν πραγματικότητα, ἡ ἀνωτέρω κατηγορία ἀποτελεῖ δικαίωσιν τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καὶ ὄχι ἀπόδειξιν ἐνοχῆς του. Φανερώνει πόσο διαφορετικὴ ἦτο ἡ Πίστις καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Βρεσθένης ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ τὸ φρόνημα τῶν Φλωριναίων, καὶ δικαιώνει ἀπολύτως τὸν Βρεσθένης διὰ τὴν ἀπόφασίν του νὰ χειροτονήσῃ μόνος του καὶ νὰ μὴν λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του τοὺς Φλωριναίους. 7η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος εἶχεν ἐγωϊσμὸν καὶ ἤθελε νὰ κάνῃ ἰδικήν του ἐκκλησίαν. Ἀναίρεσις: Τὸ 1935, ὅταν ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ τὸν Ζακύνθου Χρυσόστομον κατεδίκασαν ἐπισήμως καὶ δημοσίως τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς ΕΝΕΡΓΕΙᾼΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ καὶ ἐχειροτόνησαν τέσσαρας Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον Καρπαθάκην, μήπως ἤθελον νὰ κάνουν καὶ αὐτοὶ ἰδικήν των ἐκκλησίαν λόγῳ ἐγωϊσμοῦ; Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐπίστευε καὶ τὸ 1948 ὅ,τι ἐπίστευε καὶ τὸ 1935 καὶ τὸ 1924 καὶ ἕως τῆς κοιμήσεώς του τὸ 1950, ὅτι δηλαδὴ ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙᾼ Σχισματική. Ὁ ἴδιος ἐπίστευε καὶ ἦτο Κανονικὸς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέπεσαν καὶ οἱ χειροτονήσαντες αὐτὸν καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ χειροτονηθέντες τὸ1935. Διὰ τῆς χειροτονίας τῶν νέων Ἐπισκόπων τὸ 1948, ἔχων φθάσει εἰς ἡλικίαν87 ἐτῶν καὶ μὴ ἔχων ἄλλον Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, δὲν ἐπίστευεν ὅτι δημιουργεῖ νέαν ἐκκλησίαν ἢ ἰδικήν του ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ὅτι διακονεῖ τὴν Ἀποστολικὴν Πίστινκαὶ τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν ἐντὸς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας. Τοῦτο μαρτυρεῖται ὑπὸ τῶν ἀδιαψεύστων πηγῶν τῆς Ἱστορίας. Σημειωτέον, ὁ Ἀκάκιος Παππᾶς, ὅταν ἦτο Ἀρχιμανδρίτης τὸ 1945, δι᾽ ἐπιστολῆς του προέτρεπε τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον νὰ προβῇ εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων μόνος του. Τότε θὰ ἦτο Κανονικὴ καὶ Νόμιμος ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία, ἰδίως ἐὰν ὁ Βρεσθένης εἶχε χειροτονήσει καὶ τὸ Ἀκάκιον; Καὶ ὅταν ὁ Βρεσθένης προέβη εἰς χειροτονίας τὸ 1948 ὁ Ἀκάκιος δὲν τὰς ἐδέχθη ὡς νομίμους καὶ τὸ 1960μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐχειροτονήθη ὅλως Ἀντικανονικῶς ὑπὸ ἑνὸς Παλαιοημερολογίτου καὶ ἑνὸς Νεοημερολογίτου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, παρὰ τὴν ρητὴν Ἄρνησιν τῆς Συνόδου των. 8η Κατηγορία: Οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ματθαίου δὲν πρέπει νά λειτουργοῦν διότι εἶναι ἀγράμματοι. Ἀναίρεσις: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔθεσεν ὡς προϋπόθεσιν χειροτονίας Ἐπισκόπου τὸν ὅρον νὰ εἶναι ἐγγράμματος ὁ ὑποψήφιος, ἀλλὰ νὰ εἶναι Πιστὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι γνωσταὶ πολλαὶ περιπτώσεις ἀγραμμάτων Ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι ἦσαν θεωμένοι κατὰ Χάριν καὶ συμμετεῖχον οὐσιαστικῶς εἰς πολλὰς Τοπικὰς καὶ Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ πλέον χαρακτηριστικὴν τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἡ φαιδρὰ καὶ γελοία αὐτὴ κατηγορία καταρρίπτεται παταγωδῶς καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ περὶ τὸν πρώην Φλωρίνης ἐγγράμματοι Ἐπίσκοποι, πτυχιοῦχοι θεολόγοι, ἐπρόδωσαν τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν ἴδιον ἐμετὸν τῆς Σχισματοαιρετικῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία τοὺς εἶχε καθαιρέσει τὸ 1935. Ἐκ τῶν πραγμάτων, οἱ Φλωριναῖοι ἀπεδείχθησαν καὶ ψευδοπαλαιοημερολογῖται, καὶ ΟΥΝΙΤΑΙ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, καὶ Σχισματικοί, καὶ ὕπουλοι προδότες τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ Φλωριναῖοι ἀπέδειξαν ὅτι τὸ 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο ὁ μόνος Ὀρθόδοξος καὶ Κανονικὸς Ἐπίσκοπος, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν οὔτε Ὀρθόδοξοι οὔτε Ἐπίσκοποι ἀλλὰ Μοναχοί, καὶ ὅτι αἱ Χειροτονίαι τοῦ Βρεσθένης ἦσαν ἔγκυροι, Κανονικαί, ὑποσταταὶ καὶ ἀναμφισβητήτου κύρους, ἐφ᾽ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος. Ἐξετέθησαν ἀνωτέρω αἱ κατηγορίαι τῶν Νεοημερολογιτῶν καὶ τῶν Φλωριναίων ἐναντίον τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καὶ ἐναντίον τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ γενομένων χειροτονιῶν Ἐπισκόπων τὸ 1948. Ἅπασαι αἱ κατηγορίαι ἀπεδείχθησανἀνυπόστατοι. Ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πράξεων καὶ δημοσιεύσεων τῶν κατηγόρων ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο ὁ μόνος Ὀρθόδοξος καὶ Κανονικὸς Ἐπίσκοπος καὶ αἱ Χειροτονίαι ἦσαν ἔγκυροι καὶ Κανονικαί, ὅπως προβλέπει τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καὶ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο τιμῶμεν τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον, τὸν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὡς γνήσιον Ἀποστολικὸν Διάδοχον καὶ Βιβλικὴν μορφήν, διότι δι᾽ αὐτοῦ ἐνήργησεν ὁ ΘΕΟΣ νὰ συνεχισθῇ ἡ Ἀποστολικὴ Πίστις καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Αὐτῆς τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας εἴμεθα μέλη χάριτι Θεοῦ, καὶ πρὸς διάκρισιν φέρομεν τὴν ὀνομασίαν «Ἐκκλησία Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» ἢ «Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος». ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Το Πάσχα, η γιορτή της Ανάστασης του Σωτήρος, είναι πάνω απ’ όλα μια γιορτή μεγάλης χαράς. Όταν ο αναστημένος Χριστός συναντά τις μυροφόρες καθώς φεύγουν από το μνήμα, το πρώτο πράγμα που τους λέει είναι η λέξη «Χαίρετε» (Ματθ. 28,9). Όσον αφορά σ’ αυτή την πασχάλια χαρά, τρία σημεία έχουν ιδιαίτερη αξία: είναι χαρά προσωπική, είναι χαρά συμπαντική και είναι χαρά ευχαριστιακή. Το Πάσχα είναι μια χαρά προσωπική. Έτσι καταπώς το βεβαιώνουμε στον πασχάλιο κανόνα της αναστάσιμης ακολουθίας: «Χθες συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι». Ο Θάνατος του Σωτήρος, η Ταφή και η Τριήμερος Ανάστασή Του, δεν υπάρχουν για να τα ατενίζουμε απλά ως συμβάντα του απώτερου παρελθόντος, αλλά για να τα βιώνει ο καθένας μας ως τεκταινόμενα μέσα στην ίδια του τη ζωή. Υπάρχουν για να είναι άμεσα και προσωπικά. Εγώ σταυρώνομαι με τον Χριστό, εγώ θάβομαι μαζί Του και είμαι εγώ που ανασταίνομαι εκ νεκρών μαζί μ’ Εκείνον. Η Ανάσταση του Χριστού είναι ταυτόχρονα και η ανακαίνιση η δική μου, η επαναδημιουργία μου. Είναι ευλογημένοι όσοι το αισθάνονται αυτό στην καρδιά τους τη νύχτα της Αναστάσεως! Το Πάσχα είναι μια χαρά συμπαντική. Οι ακτίνες του αναστάσιμου φωτός διεισδύουν σ’ ολόκληρη την κτίση. Μέσα από εμάς, τους ανθρώπους, η πασχάλια χαρά κοινωνείται στον κόσμο της φύσης – στα ζώα, στον αέρα, στο νερό, σε καθετί που έρχεται στη ζωή την άνοιξη. Και πάλι, ο αναστάσιμος κανόνας τονίζει εμφατικά αυτό το στοιχείο: «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωοαν. γη δε αγαλλιάσθω, εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος· Χριστός γαρ εγήγερται». Στην Ορθόδοξη Ρωσία, υπήρχε κάποτε το έθιμο -μπορεί και να επιβιώνει μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές- να σταματάνε οι αγρότες, γυρίζοντας από την αναστάσιμη ακολουθία και κρατώντας το άγιο φως, στους στάβλους των ζώων, και να ψέλνουν τον αναστάσιμο ύμνο στα άλογα και τα κοπάδια – « Χριστός ανέστη εκ νεκρών…». Δεν υπήρχε τίποτα το γλυκερό σ’ αυτό· ήταν μια αναγνώριση της ζωντανής αλήθειας. Οι άνθρωποι δεν σώζονται από τον κόσμο, αλλά μαζί με τον κόσμο. Ευλογημένοι είναι αυτοί που κατά τη διάρκεια της αναστάσιμης νύχτας εισέρχονται σε έναν μεταμορφωμένο κόσμο! Το Πάσχα είναι επίσης μια χαρά ευχαριστιακή. Ο Κύριος δεν αποσύρθηκε από ανάμεσά μας κατά την Ανάληψη, αλλά μας άφησε τη Θεία Ευχαριστία ως έναν διαρκή δεσμό. Τρώγοντας τον ουράνιο Άρτο και πίνοντας από το Ποτήριο της ζωής, ενωνόμαστε, εν Πνεύματι Αγίω, με τον αναστημένο και δεδοξασμένο Χριστό. Για να παραπέμψουμε για μια ακόμη φορά στον αναστάσιμο κανόνα: «Ω Πάσχα το μέγα. και ιερώτατον Χριστέ, ω σοφία και Λόγε, του Θεού και δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον. σου μετασχείν, εν τη Ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου». Η πασχαλιά χαρά σχετίζεται άμεσα με τη χαρά της Κοινωνίας. Δεχόμενοι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού στην Ευχαριστία, συμμετέχουμε από τώρα στο Μεσσιανικό Δείπνο, που θα γευτούμε «εκτυπώτερον» κατά την «ανέσπερη ημέρα» της ουράνιας Βασιλείας. Το Πάσχα είναι ακριβώς η αφετηρία, ο διαφανής και αμετάθετος εγκαινιασμός αυτής της «ανέσπερης ημέρας». Κι είναι πραγματικά ευλογημένοι εκείνοι που, καθώς λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία το βράδυ της Αναστάσεως, βιώνουν την παρουσία της ερχόμενης Βασιλείας!

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΝ ΜΗΝΥΜΑ ΕΤΟΥΣ 2007

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ» Ἐκδίδεται εἰς τά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς καί διανέμεται εἰς τούς Ι.Ναούς Ἅγ. Δημήτριο (Μητροπ. Χρυσάνθου 10 καί Λιοσίων 100, ‘Αχαρναί. Τηλ. 210.2466057), Παναγίας ‘Αθηνιωτίσσης –Νεομαρτύρων (Ἀνδρ. Συγγροῦ τέρμα, περιοχή Πλάτωνος Ἀχαρνῶν. Τηλ. 210. 2446672), Ἁγ. Σπυρίδωνος (Λεωφ. Καρέα 56) καί Ἁγ. Αἰκατερίνης (Περιοχή Σταμάλα, Λεωφόρος Κορωπίου Μαρκοπούλου 28ο χιλιόμ.Τηλ. 210.6020176 - 210.6021467-210.2466057-210.2446672) ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛΟΥ 540 – ΜΑΡΤΙΟΣ 2007 ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΝ ΜΗΝΥΜΑ Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Ἑορτάζομεν σήμερον διπλῆν ἑορτήν. Καί τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἤκουσε τό χαρμόσυνον μήνυμα, ὅτι θά γεννήσει τόν λυτρωτήν τοῦ Κόσμου, καί τήν Λαμπροφόρον Ἀνάστασιν, καθ’ ἥν πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος καί αἱ ἄλλαι Μυροφόροι Γυναῖκες, ἤκουσαν τό «ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν». Γι αὐτό σήμερα ἀκούσαμε πρῶτον τό «Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην» καί εἰς τήν συνέχεια τά ἀναστάσιμα τροπάρια. Ἑορτάζομεν δηλαδή «τίς δύο Πασχαλιές», ὅπως προφητεύει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. «Πάσχα» εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου. «Πέρασμα» ἀπό τήν δουλεία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἰς τήν ἐλευθερίαν, τήν παλιγγενεσίαν, ὅπως λέγεται. «Πέρασμα» ἤτοι διάβασις, εἶναι καί ἡ παροῦσα λαμπροφόρος ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι τό πέρασμα ἀπό τό πένθιμον εἰς τό χαροποιόν Πάσχα. Ἕναν τύπο αὐτῆς τῆς διαβάσεως ἴδωμεν ὅταν ἐψάλαμε τήν πρωίαν τό «Ιδού σκοτία καί πρωί». Ὅταν ὅλα τά φῶτα ἔσβησαν. Καί ἀμέσως μετά ἠκούσαμε τό μήνυμα: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός». Καί τό φῶς τῶν λαμπάδων ἐφώτισε τόν Ναόν καί ὅλον τόν κόσμον. Ἀγαπητοί μου, πολλοί ἀκοῦμε τά χαρμόσυνα αὐτά μηνύματα. Ἀλλά πόσοι τά ἐννοῦμε, πόσοι τά βιώνουμε; Πόσοι τά ἐφαρμόζουμε; Πόσοι θά πάρουμε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τόν Θεόν. Πόσοι θά εἴπωμεν «Ἰδού ὁ δοῦλος Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου», ὅπως εἶπε ἡ Παναγία Κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἀπαντώντας εἰς τόν Ἀρχάγγελον, ἤτοι εἰς τήν βουλήν τοῦ Θεοῦ, διά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας; Καί πόσοι θά σταυρώσουμε τά πάθη μας, καί θά ἀφήσουμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν ἁμαρτωλόν ἑαυτό μας, διά νά ἐγερθῶμεν ἐκ τοῦ Τάφου τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι νά συναναστηθῶμεν μετά τοῦ Χριστοῦ. Πόσοι δηλαή «θανάτου ἑορτάσωμεν νέκρωσιν, ἄδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν»; ». Ἀγαπητοί, καί ὁ Εὐαγγελισμός καί ἡ Ἀνάστασις πρέπει νά γίνουν καί δικός μας εὐαγγελισμός καί δική μας ἀνάστασις. Νά ἐλευθερώσουμε τἠν καρδιά μας ἀπό τά πάθη, νά νεκρώσουμε τόν παλαιόν ἑαυτό μας καί νά ἀφήσουμε τό Φῶς, τήν ᾿Αγάπη, τήν Εἰρήνη καί τήν χαρά τῆς ᾿Αναστάσεως νά πλημμυρίσουν τίς ψυχές μας. Οὐδείς δύναται νά ὁμολογήσῃ Πατέρα, Υἱόν καί ῞Αγιον Πνεῦμα, οὐδείς δύναται νά ὁμολογήσῃ Χριστόν ἐκ νεκρῶν ἀναστάντα, ἐάν μή πρότερον ἀγαπήσῃ μέ τήν ἀγάπην, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ τάφου σήμερον ἀνέτειλεν. ῾Η ῾Ομολογία τῆς ἀληθείας τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου, χωρίς τήν ἀγάπη εἶναι κενή λέξις, ἀλλά καί λαμβάνει καί ἀρνητικόν νόημα, ἀποτελεῖ βλασφημίαν, ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν ἄρνησιν τῆς ᾿Αναστάσεως. ῾Η χωρίς ἀγάπην ὁμολογία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς ᾿Αναστάσεως εἶναι φαρισαϊκή ὑποκρισία, διότι ὁ Εὐαγγελισμός καί ἡ ᾿Ανάστασις εἶναι ἡ ᾿Αλήθεια καί ἡ ᾿Αγάπη τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ, εἶναι τό κεφάλαιον τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐκ τοῦ μίσους κινούμενοι ἐσταύρωσαν τόν Κύριον, ἀλλά καί ἐβλασφήμησαν τήν ᾿Ανάστασίν Του. Εἶναι οἱ πρῶτοι βλάσφημοι κατά τῆς ᾿Αναστάσεως. Φθόνῳ κινούμενοι καί διά νά κρύψουν τήν θεοκτονίαν τους (Πράξ. β, 36) διέβαλαν καί ἐβλασφήμησαν τόν ᾿Αναστάντα Χριστόν. Πολλοί ἔκτοτε πολέμιοι διά μέσου τῶν αἰώνων ἐπολέμησαν τόν ᾿Αναστάντα Χριστόν. Καί σήμερον πολλοί εἰς τήν πρᾶξιν βλασφημοῦν καί ἀρνοῦνται τήν ᾿Ανάστασιν τοῦ Κυρίου, διότι ἀρνοῦνται τήν προσωπικήν μετοχήν των εἰς τόν Σταυρόν καί τήν ᾿Ανάστασιν τοῦ Κυρίου. Μόνον μέ τά χείλη των φαρισαϊκῶς κραυγάζουν τό Χριστός ᾿Ανέστη. ᾿Αρνοῦνται τήν Σταυρικήν θυσίαν καί τήν ἀνάστασιν, διότι ἀρνοῦνται νά σταυρώσουν τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτην, τά ὁποῖα πρῶτος εἰσήγαγεν ὁ ὄφις καί διά τά ὁποῖα ἐχρειάσθη νά ἀκουσθῆ τό χαρμόσυνον μήνυμα τοῦ ‘Αρχαγγέλλου πρός τήν Θεοτόκον, ἐχρειάσθη δηλαδή νά γίνῃ ὁ Θεός ἄνθρωπος καί νά σταυρωθῇ. Πολλοί ἀρνοῦνται καί τόν Εὐαγγελισμόν καί τήν ᾿Ανάστασιν, διότι δέν ἀγαποῦν, διότι δέν θέλουν τήν ᾿Αλήθειαν, διότι πολεμοῦν τήν ᾿Εκκλησίαν, ἡ Ὁποία εἶναι ἡ συνεχής ᾿Ανάστασις τοῦ Κυρίου. ‘Αγαπητοί ὁ Εὐαγγελισμός καί ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Κυρίου ἐγένετο δι᾿ἡμᾶς. Διά τοῦτο ἐάν δέν εἴπωμεν καί ἡμεῖς τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου», ἐάν δέν συσταυρωθῶμεν καί δέν συναναστηθῶμεν τῷ Χριστῷ, διά καί ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ Του, δέν μᾶς ὠφελεῖ οὔτε ὁ Σταυρός, οὔτε ἡ ᾿Ανάστασις. Μόνον μέσῳ τῆς ἰδικῆς μας ἐν Χριστῷ Σταυρώσεως, πού σημαίνει νέκρωσιν τῶν παθῶν, ἰδιαίτερα τοῦ ψεύδους καί τοῦ μίσους, ἕνεκα τοῦ ὁποίου οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐθανάτωσαν τόν Κύριον, καί τό ὁποῖον ἐπιπολάζει σήμερον, μόνον μέσω αὐτῆς τῆς νεκρώσεως θά βιώσωμεν τό μυστήριον τοῦ Σταυροῦ καί θά ἴδωμεν μέσῳ τοῦ ἀπροσίτου φωτός τῆς ᾿Αναστάσεως "Χριστόν ἐξαστράπτοντα καί χαίρετε φάσκοντα". Μόνον ἔτσι συνανίσταται ὁ πιστός καί δύναται νά λέγῃ: «Τό εὐαγγελίζου γῆ χαρά μεγάλη», μόνον ἔτσι μποροῦμε νά λέγωμεν "᾿Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον ᾿Ιησοῦν τόν μόνον ἀναμάρτητον...". ῞Οπου κυριαρχεῖ τό μῖσος, ὅπου πλημμυρίζει τό ψεῦδος, ὅπου ἡ ἀλήθεια καί τό δίκαιον συσκιάζονται ὑπό τῆς πλάνης καί τῆς ἀδικίας, ἐκεῖ βλασφημεῖται ἡ ᾿Ανάστασις, διότι περιορίζεται αὕτη εἰς ἕν ἁπλοῦν κενόν καί ὀρθολογιστικόν ἱστορικόν γεγονός, μακράν καί ἀποκεκομμένον ἀπό τήν προσωπικήν μας μέθεξιν εἰς τήν σταύρωσιν καί τήν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου. Χείρονες ὅλων τῶν βλασφήμων κατά τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ εἶναι οἱ ἀνά τούς αἰῶνας σχῖσται τῆς ᾿Εκκλησίας! Οἱ ἀρχηγοί τῶν ἀνά τούς αἰῶνας σχισμάτων, καίτοι δέν ἀρνοῦνται τό γεγονός τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅμως στεροῦν ἑαυτούς καί τούς ὁπαδούς των τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως, ἡ ὁποία προσεφέρθη ὑπό τοῦ Κυρίου διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ᾿Αναστάσεως. ῾Ο Χριστός, ὡς ἡ ᾿Αναστημένη Κεφαλή τῆς ᾿Εκκλησίας, συνανέστησε καί συνανιστᾶ συνεχῶς καί τό σῶμα Του πού εἶναι τά ζῶντα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Οἱ σχῖσται ὅμως τοῦ σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας ἀποκεκομμένοι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀποστεροῦν ἑαυτούς καί τούς ὁπαδούς των τῆς χάριτος, τῶν μυστικῶν καρπῶν τοῦ μυστηρίου τῆς ᾿Αναστάσεως, ἤτοι τοῦ Φωτός, τῆς Χαρᾶς, τῆς ᾿Αγάπης, τῆς Εἰρήνης, τῆς ἑνότητος καί κοινωνίας μετά τῆς ᾿Αναστημένης Κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ. ‘Ας προέξωμεν, διότι οἱ σχισματικοί, οἱ ἀρνηταί τῆς Ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ, μιμοῦνται τούς σταυρωτάς τοῦ Χριστοῦ καί τολμῶ εἰπεῖν, ξεπερνοῦν αὐτούς, διότι δέν λογχεύουν ἁπλῶς τήν πλευράν τοῦ Κυρίου, ἀλλά ἀποκόπτουν ὁλόκληρα μέλη ἐκ τοῦ σώματός Του καί τά ὁδηγοῦν μακράν τῆς ᾿Αναστάσεως, μακράν τῆς ζωῆς, εὶς τόν θάνατον, τόν ὁποῖον ὅμως διά τοῦ Θανάτου καί τῆς ᾿Αναστάσεως αὐτοῦ ἐνέκρωσεν καί ἐπάτησεν ὁ Κύριος. Πάσχα-᾿Ανάστασις-Φῶς-Χαρά σήμερον, ἀλλά ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ, δέν παύει καί νά πενθῇ, διότι θρηνεῖ τά τέκνα Της, τά ὁποῖα ἐπλάνησεν ὁ πονηρός, τά ἀπέκοψεν ἐκ τοῦ Ζωηφόρου Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τά ἀπεστέρησεν διά τοῦ σχίσματος ἀπό τήν κοινωνίαν τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς, καί τῆς λυτρώσεως, ἡ ὁποία συνεχῶς πηγάζει ἐκ τῆς Κεφαλῆς τοῦ σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἤτοι τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ. Τίποτε ἀπό τό 1924 καί μέχρι σήμερον δέν ἔπληξε τόσον τήν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ἡ ῾Οποία εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Αναστάσεως, ὅσον τά σχίσματα. Οἱ σχῖσται σχίζουν τό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, τό Σῶμα τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ, ἀφοῦ πρότερον χάνουν τήν ἀγάπην, καί ἐνδύονται τό ψεῦδος, τήν ἀπάτην καί τό μῖσος. ᾿Εξἐρχονται τοῦ Σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀφοῦ παρεκκλίνουν ἀπό τήν ὀρθόδοξον πίστιν καί ὁμολογίαν, ἀφοῦ ἀρνοῦνται καί καταπατοῦν θεσμούς τῆς ᾿Εκκλησίας καί τήν κανονικήν τάξιν, καί ἀλλοτριώνονται δι ὅλων αὐτῶν. Καί τοῖς μέν χείλεσιν ὁμολογοῦν "Χριστός ᾿Ανέστη", ὅμως αἱ καρδίαι των καλύπτονται ἀπό τόν λίθον τοῦ μίσους, τοῦ ψεύδους τῶν σταυρωτῶν τοῦ Χριστοῦ. ‘Αγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἐκκλησίας. ῾Ο ᾿Αναστάς Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός ἡμῶν, ζητεῖ νά γίνωμεν κήρυκες τῆς ᾿Αναστάσεώς Του, ὄχι κηρύσσοντες τήν ᾿Ανάστασιν μόνον διά τῶν χειλέων, ἀλλά μέ τήν "ἄλλην βιοτήν", ἤτοι νά κηρύξωμεν τήν ᾿Ανάστασίν Του διά τοῦ ἀναστημένου μας βίου, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί ἀγάπης, τῆς μακροθυμίας, τῆς εἰρήνης καί τῆς συγγνώμης. Ζητεῖ μέ τόν τρόπον αὐτόν νά προσφέρωμεν τό μήνυμα τῆς ᾿Αναστάσεως , τό ὁποῖον εἶναι μήνυμα ᾿Αγάπης καί ἑνότητος ἐν τῷ ᾿Αναστάντι Χριστῷ, ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ Του. Εἴθε καί ἡμεῖς νά συναναστηθῶμεν μετά τοῦ Χριστο[]υ καί ἐν καινότητι ζωῆς νά περιπατήσωμεν. ΑΜΗΝ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ. +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

Η ΑΔΙΚΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΗ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ Ιεραποστολικόν Φυλλάδιον, το οποίον ἐκδίδεται, από τον Ιεραποστολικόν Σύνδεσμον Κληρικων και Ενοριτων Ἱερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Καρέα, ως παράρτημα του επίσης Ιεραποστολικού φυλλαδίου: «Ἀντιαιρετικός Αγών» του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος (Χριστοῦ Παντοκράτορος) και του Ἱερού Παρεκκλησίου Αγίων Κηρύκου & Ἰουλίττης Κάτω Ηλιουπόλεως. Δι’ αλληλογραφίαν απευθύνεσθε: Ἐπίσκοπον Κήρυκον Κοντογιάννην, Μητροπολίτην ΓΟΧ Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς (και Τοποτηρητην Ι. Αρχιεπισκοπῆς Αθηνων) Κήρυκον, Ἱερόν Ναόν Αγίου Σπυρίδωνος Λεωφόρος Αγ. Ιωάννου 56 Καρέας Αττικής ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛΟΥ 710 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2017 ΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΝ ΠΕΡΑΣΟΥΝ Η ΑΔΙΚΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΔΕΝ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΠΟ ΘΕΟΥ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ (ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2006) + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. 14 Εν τῶ Ἐπισκοπειω Ἁγίας Αἰκατερίνης Τιμίου Σταυροῦ τῆ 15/28. 3.2006 Σᾶς εὔχομαι καλόν καί εὐλογημένον τό Πάσχα, μέ ὅλα τά ἀγαθά. Σᾶς εὐχαριστῶ διά τά δῶρα σας. Ὁ Θεός νά σᾶς ἀνταποδίδει ἑκατονταπλάσια, καί νά προστατεύη καί εὐλογῆ ὅλους τούς οἰκείους σας. Πρός πνευματικήν σας οἰκοδομήν καί διά νά «διασκεδάζετε», ὅπως λέμε, τήν τυχόν λύπην καί ἀθυμίαν ἀπό τά συμβαίνοντα εἰς τήν ζωήν, καί διά νά δῆτε πῶς ὑπέμειναν οἱ ἅγιοι τά λυπηρά, σᾶς ἀποστέλλω σέ μετάφρασι, δύο κείμενα πού εἶναι καταχωρημένα στίς 27 ‘Ιανουαρίου στήν ‘Ανακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου. Τό ἕνα εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐπιστολήν τοῦ ἐξορίστου Ἱεροῦ Χρυσοστόμου πρός ἕτερον ἐξόριστον Ἐπίσκοπον ὀνόματι Κυριακόν, καί τό ἕτερον στό ὁποῖον περιγράφεται ὁ τρόπος πού πῆραν τό λείψανον τοῦ ἁγίου καί τό ἐπανέφεραν εἰς τήν Κων/λιν. Περιέχουν σπουδαῖα καί μεγάλα νοήματα καί διδάγματα, καί εἰδικώτερα δύο σημαντικά διδάγματα. Τό πρῶτον, ὅτι ὁ χριστιανός ὅταν ἀγωνίζεται γιά τήν ἀλήθεια, θά ὑποστῆ διωγμούς καί πρέπει νά ὑπομείνει, καί τό δεύτερον, ὅτι ὅσα χρόνια καί ἄν περάσουν ἡ ἀδικία πρέπει νά ἀποκατασταθῆ, διαφορετικά δέν ἐπέρχεται ἡ ἀπό Θεοῦ συγχώρησις. Γράφει, λοιπόν, ὁ ἕνας ἐξόριστος ὁ ἱερός Χρυσόστομος πρός τόν ἑτερον ἐξόριστον, τόν Ἐπίσκοπον Κυριακόν: «Μή, λοιπόν, λυπᾶσαι, ἀδελφέ Κυριακέ. Γιατί κι’ ἐγώ ὅταν διωχνόμουν ἀπό τήν πόλη γιά τίποτα ἀπ’ αὐτά δέν φρόντιζα, ἀλλά ἔλεγα στόν ἑαυτό μου. Ἄν θέλει ἡ Βασίλισσα νά μέ ἐξορίσει, ἀς μέ ἐξορίσει. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς». Ἄν θέλει νά μέ πριονίσει, ἄς μέ πριονίσει. Τόν Ἡσαία ἔχω ὑπογραμμό. Ἄν θέλει στό πέλαγος νά μέ ἐξακοντίσει, τόν Ἰωνᾶ θυμᾶμαι. Ἄν θέλει σέ λάκκο νά μέ βάλει, ἔχω τόν Δανιήλ ριγμένο στά λιοντάρια. Ἄν θέλει νά μέ πετροβολήσει, τόν Στέφανο ἔχω τόν πρωτομάρτυρα, νά τὄχει πάθει αὐτό. Ἄν θέλει τό κεφάλι μου νά πάρη, ἔχω τόν Βαπτιστή. Ἄν θέλει τά ὑπάρχοντά μου νά πάρει, ἄν ἔχω, ἄς τά πάρει. «Γυμνός ἐξῆλθον ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας μου, γυμνός κι’ ἀς φύγω» .... Γιά ὅλα τ’ ἄλλα, ὅσα μοῦ συνέβησαν δέν φρόντισα. Πολύ δέ μᾶς περιποιήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος αὐτῆς τῆς πόλεως καί πολλήν ἀγάπην ἔδειξε, ὥστε, ἄν ἦταν δυνατόν κι’ ἄν δέν φυλάγαμε τόν ὅρον, καί τόν θρόνο του θά μᾶς παραχωροῦσε. Παρακαλῶ, λοιπόν, καί ἀντιλέγω, πέταξε τό πένθος τῆς λύπης σου καί μνημόνευέ μας πρός τόν Θεό». Ιδού καί τό δεύτερο κείμενο. Ὡς γνωστόν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπέθανε καί ἐτάφη στήν ἐξορία. Ὁ βασιλιάς Θεοδόσιος, ἕνας ἀπό τούς διαδόχους τῶν διωκτῶν τοῦ Ἁγίου, ἔστειλε καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Πατριάρχου Πρόκλου, νά φέρουν τό ἱερόν λείψανον τοῦ ἁγίου στήν Κωνσταντινούπολη. ‘Αλλά οἱ ἀπεσταλμένοι δέν μπόρεσαν νά τό μετακινήσουν. Τό λείψανο τοῦ Ἁγίου ἔμενε ἀκίνητο. Τότε ὁ βασιλιάς ἔστιελε γράμμα, μέ τό ὁποῖο ζητοῦσε συγγνώμη, γράφοντας τά ἑξῆς: «Τίμιε πάτερ, νομίζοντας ὅτι τό σῶμά σου εἶναι νεκρό, ὅπως τά ἄλλα, θελήσαμε νά τό μετακομίσουμε ἁπλᾶ ἐδῶ σ’ ἐμᾶς. Γι’ αὐτό καί δίκαια δέν πετύχαμε αὐτό πού θέλαμε. ‘Αλλά, ἐσύ, τιμιώτατε Πάτερ, συγχώρεσέ μας, πού σέ ξανακαλοῦμε, ἐσύ πού δίδαξες σέ ὅλους τήν μετάνοια. Καί σάν σέ παιδιά πού ἀγαποῦν τόν πατέρα τους, δός μας τόν ἑαυτό σου καί δῶσε χαρά σέ αὐτούς πού σέ ἀγαποῦν μέ τήν δική σου παρουσία». Ὅταν αὐτή ἡ ἐπιστολή φέρθηκε στόν Ἅγιο καί τποποθετήθηκε πάνω στό σκήνωμμά του, ἀμέσως ἔδωσε τόν ἐαυτό του καί οἱ μεταφορεῖς εὔκολα τό σήκωσαν. Ὅταν δέ ἔφθασε ἀντικρύ τῆς Πόλεως, πέρασαν μέν ἀπέναντι ὁ βασιλιάς καί ὅλη ἡ Σύγκλητος καί ὁ Πατριάρχης μαζί μέ τόν κλῆρο, ἔβαλαν δέ σέ βασιλικό πλοῖο τή σορό πού περιεῖχε τό σῶμα τοῦ Ἁγίου. Ἔγινε ὅμως καταιγίδα καί τ’ ἄλλα μέν πλοῖα σκορπισθήκανε ἀλλοῦ, ἐκεῖνο ὅμως στό ὁποῖο ἦτο τό σῶμα τοῦ Ἁγίου, ἐξώκειλε στόν ἀγρό τῆς χήρας ἐκείνης, τήν ὁποία ἀδίκησε ἡ Εὐδοξία, πάίρνοντάς της τό ἀμπέλι. Ἡ ὁποία ἐπειδή ἐλέγχθηκε ἀπό τόν Ἅγιο τόν ἐξώρισε. Ὅταν ἀποδόθηκε ὁ ἀγρός στή χήρα, ἀμέσως ἔγινε γαλήνη στή θάλασσα καί πρῶτα μέν μεταφέρθηκε στό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, μετά δέ στόν ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ὅπου τόν ἔβαλαν στό σύνθρονο καί φώναξαν ὅλοι: «Ἀπόλαβέ σου τόν θρόνον Ἅγιε». Μετά, ἀφοῦ ἡ σορός τοποποθετήθηκε στήν ϊερά καθέδρα, ἐπεφώνησε στό ποίμνιο τό «Εἰρήνη πᾶσι». Ἀλήθεια πόσο θαυμαστά πράγματα συμβαίνουν στούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ πού ἐμεῖς τά ἀγνοῦμε; Εἴθε ὁ Ἅγιος νά πρεσβεύη γιά μᾶς. Διατελῶ μετ’ εὐχῶν καί τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης Ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ

Ομιλία εις την Κυριακήν των Βαΐων. Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς 1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49, 8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα» (Β΄ Κορ. 6,2· Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος. Και το προκηρύσσει ο Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα. 2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθό· (Πέτρ. 3, 10ε, Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία· κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά. Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά, για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς. Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τις κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν» (Ματθ. 11, 12). 3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά των αρετών. Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα» (Ματθ. 5, 3). Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία. Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως. Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες. 4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο» (Ιω. 5, 44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν. Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα. 5. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα. Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου. Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες» (Ιω. 11, 42). Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα. Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος. 6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος; Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο. Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) και με την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά τους (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα. 7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5). Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι. Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά». 8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους. 9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος» (Ιω. 11, 47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ» (Μάρκ. 11, 10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω» (Ιω. 8, 42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ (Γεν. 49, 10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του» (Γεν. 49, 11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους; 10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι (Λουκ. 19, 40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21, 16); Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια» (Ματθ. 21, 9). 11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι. 12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο (Γαλ. 3, 28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4, 6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας (Ιω. 13, 33ε.). 13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα. Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα. Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως» (Ρωμ. 6, 5). 14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο. (Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς») http://kirigmata.blogspot.gr/2013/04/blog-post_7267.html